Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πια, ότι σε όλο το δυτικό κόσμο η μεγάλη μάζα των διανοουμένων είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το κεφάλαιο ή από την εξουσία. Οι μηχανισμοί είναι γνωστότατοι. Η εύνοια, η συμμετοχή σε " ερευνητικά προγράμματα " που συνδέονται με την παραγωγή, η παροχή υπηρεσιών με την τυπική ιδιότητα του συμβούλου, του τεχνοκράτη, του εμπειρογνώμονα ή ακόμα και του «γκουρού», κατέστησαν την διανόηση «επάγγελμα»...».

Κ
. Τσουκαλάς

« It is now an undeniable fact that throughout the western world the intellectuals are strongly dependent on the capital and the «power». The mechanisms are well known. These are the favouritism, the participation in «research projects» associated with the production, the status of consultant, the technocrat, the expert, or even the «gurus».All these have made the intellectuals a professional cast of people in the service of political, economical and social elites.

C. Tsoukalas




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Η «ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ» ΚΥΡΙΑ ΚΑΙ Ο «ΕΘΝΙΚΙΣΤΗΣ»

Καθημερινή 22-11-2009

Η «ρεαλίστρια» και ο «εθνικιστής»

Tου Χρηστου Γιανναρα

Ο απροκατάληπτος πολίτης προσπαθεί, με όσα στοιχεία πληροφόρησης διαθέτει, να λύσει το αίνιγμα: Πόσο πραγματικά «αδέσμευτη», «ανεξάρτητη», «αυτόνομη» και «αυτοκυβέρνητη» είναι η πατρίδα του. Πόσο ο ίδιος, με την ψήφο του, επιβάλλει τις πολιτικές επιλογές του ή πόσο τα πολιτικά του δικαιώματα είναι απλώς διακοσμητικά, ψυχολογικού κυρίως χαρακτήρα. Αν οι πολιτικές αποφάσεις των αρχόντων και οι πολιτικές επιλογές των ψηφοφόρων στη χώρα του επηρεάζονται ή κατευθύνονται, έντεχνα, μεθοδικά, δυσδιάκριτα από τον ξένο παράγοντα.

Αραγε δικαιολογείται ορθολογικά (και όχι ψυχολογικά) ένας τέτοιος προβληματισμός; Γιατί είναι «αίνιγμα» η ελευθερία του λαού και η ανεξαρτησία του πολιτικού βίου στην Ελλάδα, ακόμα σήμερα, γιατί δεν είναι οι συμπλεγματικές φοβίες, ο σχεδόν ηδονικός (αυτοδικαιωτικός) ρόλος του θύματος, που παρασύρουν τον Ελληνα συνεχώς στην ενασχόληση με «συνωμοσιολογίες» και φαντασιώσεις «έξωθεν απειλών»;

Κάποιες ψύχραιμες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσαν να είναι οι ακόλουθες:

Η πλειονότητα των σημερινών Ελλήνων (τουλάχιστον όσων ξεπερνούν τα σαράντα χρόνια) έχουν ακόμη ζωντανά στην ακοή τους τα συνθήματα του μεγάλου λαϊκού ξεσηκωμού το 1981: «Η Ελλάδα στους Ελληνες!» φώναζε τότε στις λαοσυνάξεις ο Ανδρέας Παπανδρέου, «Οχι πια υποταγή σε ξένα κέντρα αποφάσεων!», «Θέλουμε περήφανη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική»! Μάλλον δεν υπήρχε τότε Ελληνας (ψηφοφόρος ή όχι του αμοραλιστή δημεγέρτη) που να μην αναγνώριζε σε αυτά τα συνθήματα την επιβεβαίωση ιστορικών εμπειριών του. Ούτε τόλμησαν ποτέ οι σημερινοί τάχα προοδευτικοί Διεθνιστές να χλευάσουν τον Ανδρέα για «εθνικιστή», «Ελληνάρα», «μαξιμαλιστή πατριώτη».

Ο απροκατάληπτος πολίτης γνώριζε τότε, γνωρίζει και τώρα τα προφανή: Οτι η Ελλάδα έχει ακόμα κάποια, μικρή ή μεγάλη, στρατηγική σημασία. Επομένως είναι αυτονόητο (ίσως και φυσιολογικό για τις διεθνείς αναμετρήσεις ισχύος), κράτη που επιδιώκουν ηγετικό ρόλο στον διεθνή στίβο ή ρόλο περιφερειακής υπερίσχυσης να θέλουν να υποτάξουν και την ελληνική πολιτική στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Φυσικό να προσπαθούν να προσεταιριστούν, να εξαγοράσουν, να εκβιάσουν στην Ελλάδα κυβερνήσεις, κόμματα, πολιτικούς, κρατικά στελέχη, εφημερίδες και κανάλια για να προωθήσουν δικές τους βλέψεις και στρατηγικές. Είναι εντελώς ηλίθιο να τους κατακρίνουμε, να βλαστημάμε τον «ξένο παράγοντα» επειδή φροντίζει τα συμφέροντά του, όταν ξέρουμε καλά ότι η αποτελεσματικότητα των φροντίδων του είναι συνάρτηση των δικών μας αντιστάσεων. Που αποδείχνονται κατά κανόνα ανύπαρκτες.

Αν εξαιρέσει κανείς την επιβολή και υποβολή που φαίνεται πως ασκούσε η φυσική παρουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου στους αλλοεθνείς συνομιλητές του· το «Οχι» του Ιωάννη Μεταξά στους Ιταλούς· την επίδειξη πυγμής από τον πρεσβύτερο Καραμανλή με την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ· και το «Οχι» στο Σχέδιο Ανάν του Τάσσου Παπαδόπουλου – το υπόλοιπο της νεότερης πολιτικής ιστορίας του Ελλαδισμού μάλλον κυριαρχείται από τις συμπλεγματικές συμπεριφορές σπιθαμιαίων αναστημάτων. Οι σπιθαμιαίοι ή φοβούνται τους «ισχυρούς της γης» και τους θρασείς γειτόνους, που θα μας «συντρίψουν» αν διανοηθούμε να αντιταχθούμε στις στρατηγικές τους, ή εκλιπαρούν σαν λακέδες τους ίδιους αυτούς, για να κερδίσουν την εύνοιά τους και να προωθηθούν με τη βοήθειά τους σε θέσεις επιφανείς του ελλαδικού πολιτικού συστήματος. Κανένας όμως ποτέ πολιτικός δεν τεκμηρίωσε τις φοβίες ή τον λακεδισμό του με ορθολογική πολιτική ανάλυση των «συμφορών» που μας αναμένουν αν ασκήσουμε την ανεξαρτησία μας με αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια.

Αυτό πάντως που θα θέλαμε οι πολίτες να μπορούσαμε να εντοπίσουμε σαφέστερα είναι οι μέθοδοι και οι συγκεκριμένες πρακτικές με τις οποίες ο «ξένος παράγων» πετυχαίνει να παρεμβαίνει αποφασιστικά στον πολιτικό μας βίο. Και η επίκαιρη περίπτωση της εκλογής νέου αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης» μοιάζει να προσφέρει αποκαλυπτικές ευκαιρίες για έναν τέτοιο εντοπισμό. Το ενδιαφέρον του «ξένου παράγοντα» για την προώθηση συγκεκριμένης υποψηφιότητας πρέπει να συναρτάται με τόσο καίρια συμφέροντά του στην περιοχή, ώστε η έλλειψη ψυχραιμίας να γυμνώνει την παρέμβασή του και από στοιχειώδη προσχήματα.

Εχει μία κυρίως δυνατότητα ο «ξένος παράγων» να καθορίσει αυτός το εσωκομματικό εκλογικό αποτέλεσμα: Εχει τον εκφοβισμό. Να πείσει τους αποδεδειγμένα ευπτόητους Ελλαδίτες ότι οι απόψεις των υποψήφιων αρχηγών της Ν.Δ. για την εξωτερική πολιτική ενδιαφέρουν άμεσα εταίρους και συμμάχους – επομένως, «μην παίζετε μαζί μας»! Κατατίθεται ωμά ότι οι σημαντικές ξένες πρωτεύουσες θεωρούν «ρεαλίστρια» (με διάθεση συμβιβασμού) την κ. Θεοδώρα Μητσοτάκη και «εθνικιστή» τον κ. Αντώνη Σαμαρά. Και υπογραμμίζεται πως, αν από τους χαρακτηρισμούς αυτούς κάποιος συμπεράνει ότι εταίροι και σύμμαχοι θα προτιμούσαν τη «ρεαλίστρια», δεν θα έχει άδικο. «Ο ρεαλισμός και η αναζήτηση λειτουργικών λύσεων μέσω συμβιβασμών» καθιστούν την υποψηφία «ελκυστική» στον ξένο παράγοντα. Ενώ «ο πατριωτικά φορτισμένος λόγος του υποψηφίου» ενοχλεί εταίρους και συμμάχους.

Ποτέ ώς τώρα δεν λέχθηκαν τα πράγματα καθαρότερα. Οι λέξεις «εθνικιστής», «ρεαλισμός μέσω συμβιβασμών», η απερίφραστη και κυνική, δίχως προσχήματα «προτίμηση εταίρων και συμμάχων» για τη Θεοδώρα Μητσοτάκη, ο εκνευρισμός τους για τον «πατριωτικά φορτισμένο λόγο, ιδιαίτερα στο παρελθόν»(!) του Σαμαρά, φωτίζουν αποκαλυπτικά τον ρόλο που θέλει να διαδραματίζει ο ξένος παράγων στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση. «Εταίροι και σύμμαχοι», υπέρμαχοι στα λόγια της δημοκρατίας και των ελευθεριών, απαιτούν να χειρίζονται την Ελλάδα σαν προτεκτοράτο.

Είναι περισσότερο από φανερό: Θέλουν επειγόντως «λύσεις» στο Κυπριακό, στο Σκοπιανό, στη διανομή του Αιγαίου, στο μειονοτικό της Θράκης. Ισως πιστεύουν ότι εξασφάλισαν δικό τους τον πρωθυπουργό και τον αναπληρωτή του στο υπουργείο Εξωτερικών – και τους δυο «με διάθεση λειτουργικών συμβιβασμών». Δεν θα ανεχθούν έναν «εθνικιστή» αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να τους χαλάσει τη μαγιονέζα.

Για πρώτη φορά, το αποχαυνωμένο, είκοσι χρόνια τώρα, άσκεπτο και δίχως κριτικά αντανακλαστικά ποιμνιοστάσιο των οπαδών της Ν.Δ. δέχεται τόσο ισχυρή πρόκληση πολιτικής αφύπνισης. Θα καταλάβουν, τουλάχιστον τώρα, ότι η επιλογή κόμματος διαφέρει από την προτίμηση ποδοσφαιρικής ομάδας και η επιλογή κομματικού αρχηγού έχει συνέπειες για τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους;

Το όνομα του Ελληνα στον διεθνή στίβο θα απηχεί αξιοπρέπεια και υψηλή καλλιέργεια ή θα παραπέμπει σε «προοδευτικό» ραγιαδισμό εξαργυρωμένης με υποτέλεια πλασματικής ευζωίας;

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Η ΑΝΑΙΔΕΣΤΑΤΗ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Του Χ. Γιανναρά (Καθημερινή 23 Αυγούστου 2009).
Από αγανάκτηση (ομολογημένη) για τη δίχως αντίλογο προπαγάνδα της «προοδευτικής» δημοσιογραφίας, θα παρακαλούσα να μου επιτραπεί ένα ερώτημα: Ας υποθέσουμε μια ταινία διάρκειας ενός λεπτού που θα φιλοδοξούσε να παρουσιάσει το Μουσείο του Λούβρου, την ιστορία του, τη σημασία του για τον πολιτισμό. Και δώδεκα δευτερόλεπτα, το ένα πέ-μπτο της ταινίας, να είχαν διατεθεί για να προβάλουν τον μανιακό, που πριν από μερικά χρόνια στο Λούβρο «μαχαίρωσε» την Τζιοκόντα. Θα καταριόμασταν σαν «σκοταδιστές» και υπέρμαχους της «λογοκρισίας» ό- σους διαμαρτύρονταν για την υπερβολή (ή τη σκοπιμότητα) της έμφα- σης στον βανδαλισμό; θα ήμουν ειλικρινά ευγνώμων σε όποιον με βοηθούσε να καταλάβω, γιατί στη σημερινή Ελλάδα θεωρείται «προοδευτικός» και εξασφαλίζει καριέρα όποιος κατασυκοφαντεί την ιστορία του τόπου του και του λαού του. Θέλουμε να παρουσιάσουμε στο διεθνές κοινό τη σχέση του λαού μας με τον Παρθενώνα σε μια μο- νόλεπτη καταγραφή ιστορίας είκοσιπέντε αιώνων. Και αφιερώνουμε το ένα πέμπτο της παρουσίασης στην πικάντικη εξαίρεση: σε κάποιους κάποτε φανατικούς βάνδαλους του κοινωνικού περιθωρίου (που υπάρχουν πάντοτε σε κάθε επί γης κοινωνία). Καταλογίζοντας το σύμπτωμα στη σύνολη μεταφυσική παράδοση του λαού των Ελλήνων. Για τους «προοδευτικούς» δημοσιογράφους, οι ρασοφορεμένοι βάνδαλοι, που στη μονόλεπτη ταινία καταστρέφουν με σφυριά τα μεγαλουργήματα της γλυπτικής τέχνης στον Παρθενώνα, δεν είναι περιθωριακοί ψυχοπαθείς, είναι η Εκκλησία, η θεσμική έκφανση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων. Και τον θεσμό θέλουν να τον βλέπουν όπως τους τον μάθανε στα ιδεολογικά ποιμνιοστάσια: Όχι στην καταγωγική ελληνική του διαμόρφωση, αλλά σαν την εκτρωματική του αλλοτρίωση σε εξουσιαστικό μόρφωμα, όπως το κράτος του Βατικανού στη Δύση. Ασφαλώς και οι «δεσποτάδες» της ελλαδικής παρακμής σήμερα συνεισφέρουν ενεργά σε αυτή την εκτρωματική, εξουσιαστική αντίληψη για την Εκκλησία δικαιώνουν τη συμπλεγματική εμπάθεια που θέλει πεισματικά να αγνοεί το εκκλησιαστικό γεγονός ως λαϊκό σώμα. Αλλά την έκπληξη που είναι ο πολιτισμός, ως ιστορική σάρκα της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων, τη γέννησε το εκκλησιαστικό σώμα του λαού, όχι οι παρακμιακοί ρασοφόροι του σήμερα ούτε κάποιες εξαιρέσεις ψυχανώμαλων πριν από δεκαέξι αιώνες! Ο λαός, που συγκροτεί το εκκλησιαστικό γεγονός, συνέχισε με τον Ρωμανό και την Κασσιανή την ποίηση της Σαπφούς και του Πινςάρου (κατέγραψε τη συνέχεια ο C. Trypanis στην ανθολογία του: THE GREEK VERSE, Penguine books). Συνέχισε ο λαός την τραγωδική δραματουργία στην εκκλησιαστική λατρευτική «λειτουργία», την πάλη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής για θέα του «όντως υπαρκτού» τη μετέθεσε στη ζωγραφική των Εικόνων του Σινά, της Μονής της Χώρας, του Πανσέληνου, στην αρχιτεκτονική της Αγια-Σοφιάς. Η οργανική συνέχεια του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού λόγου εκφράστηκε δυναμικά στο έργο του Αθανάσιου Αλεξανδρείας, των Καππαδοκών, του Μαξίμου, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Γρηγορίου Παλαμά. Η ηρακλείτεια ταύτιση του κοινωνείν - αληθεύειν, ο πλατωνικός έρως ως οδός γνώσης, η αριστοτελική λογική μέθοδος και το κριτήριο κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης θεμελιώνουν την εκκλησιαστική απαίτηση συνεπούς εμπειρισμού στην ελληνική Ανατολή. Και οδηγούν σε ρήξη (Σχίσμα) με τη μεταρωμαική Δύση των επήλυδων βαρβαρικών φυλών, παγιδευμένων στον πρωτογονισμό της ανάγκης για αυθεντίες, δόγματα θωράκιση του «εγώ με βεβαιότητες». Όταν ξέρει κανείς ότι επί χίλια χρόνια, στο χλευαστικά ονομαζόμενο από τους Δυτικούς «Βυζάντιο», παιδιά ξεκινούσαν ανάγνωση και γραφή με αλφαβητάρι τον Όμηρο, τότε τα δώδεκα δευτερόλεπτα εμφατικής προβολής των ψυχανώμαλων του περιθωρίου στη μονόλεπτη ταια για τον Παρθενώνα είναι τουλάχιστον ανεξήγητη μεροληψία που θιάζει με κακόβουλη προπαγάνδα. Αλά και αν το επίπεδο εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας των ελλαδικών επισκόπων ήταν διαφορετική συμπλεγματική εμπάθεια της μονόλεπτης για τον Παρθενώνα ταινίας, θα είχε συναντήσει μόνο χαμόγελα συγκατάβασης. Όχι απαιτήσεις να επιβάλλεται με τον χωροφύλακα ο σεβασμός στην «επικρατούσα θρησκεία»! Μέσα στα πέντε τελευταία χρόνια είχαμε οι Ελληνες δύο απανωτές ευκαιρίες (που δεν θα ξανάρθουν) να δηλώσουμε, μπροστά στο σύνολο σχεδόν πληθυσμό του πλανήτη, την πολιτιστική μας ταυτότητα – ενεργό ετερότητα πρότασης πολιτισμού που να ενδιαφέρει πανανθρώπινα: Είχαμε τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την ανέγερση του καινούργιου Μουσείου της Ακρόπολης των Αθηνών. Και σκέφτομαι: Πώς θα έκριναν την ανταπόκριση μας στις μοναδικές αυτές ευκαιρίες μαρτυρίας κάποιοι δάσκαλοι μας από ένα χθες όχι πολύ μακρινό; Ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Πικιώνης, ο Εγγονόπουλος, ο Παπαλουκάς, ο Κόντογλου, ο Ζάχος, ο Κεφαλληνός, ο Σεφέρης, ο Τατάκης, ο Θεοτοκάς, ο Γκάτσος, πώς θα αντιδρούσαν στο αρχιτεκτόνημα (έκτρωμα) του Τσουμί, στην ταινία του Κώστα Γαβρά, πώς θα έκριναν την ιδιοφυή εντυπωσιοθηρία, σκηνογραφική και σκηνοθετική, του Δημήτρη Παπαιωάννου; Θα κατάπιναν βουβά την παραίτηση από κάθε ετερότητα, την εικόνα μιας Ελλάδας με επιδόσεις μόνο μεταπρατισμού, μόνο επαρχιώτικης μειονεξίας; Δεν έχει νόημα να εμπλέκουμε τίμια ονόματα του χθες σε διχογνωμίες του σήμερα. Αλλά κάποια ονόματα υπογραμμίσουν αποκαλυπτικά το κενό, την ορφάνια μας σήμερα από μπροστάρηδες μαχητικής ευθυκρισίας, εύτολμης ανιδιοτέλειας. Μοιάζει δίχως αντίλογο σήμερα η αναιδέστατη ταύτιση της «προόδου» με τον αφελληνισμό, με την κατασυκοφάντηση της Ιστορίας, με τον χλευασμό του «ιερού». Ακόμα και όρους υγειονομικής προστασίας για τη μετοχή μας στο Δείπνο της Ευχαριστίας θέλουν να μας επιβάλουν οι «προοδευτικοί» μας δημοσιογράφοι με την ίδια φασιστική λογική θα αστυνομεύουν σε λίγο και την υγιεινή του έρωτα επιβάλλοντας οπωσδήποτε το προφυλακτικό. Δεν έχει φραγμούς η συμπλεγματική εμπάθεια. θα άξιζε, πάντως, να τεθεί η απορία, με αφορμή και την «τσόντα» των δώδεκα δευτερολέπτων: Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος στην ελλαδική δημοσιογραφία σήμερα; Γιατί και εφημερίδες παρήγορης σοβαρότητας και αξιοπρέπειας, που απευθύνονται, κατά τεκμήριο, σε κοινό με αίσθηση του «ιερού», κατακλύζονται από κείμενα συμπλεγματικής αντιμεταφυσικής μονομανίας; Ο πάντοτε ανοιχτός αναζητητής, ο τίμιος αγνωστικιστής, έχει σέβας του «ιερού». Ο φανατικός των αντι-μεταφυσικών βεβαιοτήτων (όπως και ο θρησκόληπτος) έχει πρόβλημα. Πρόβλημα βασανιστικής ανασφάλειας. Δεν στομώνει κανείς τις γονιμότερες μέσα του αναζητήσεις, απλώς για να εκδικηθεί κάποιους ανυποψίαστους ρασοφόρους του χθες ή του σήμερα. Όμως, γιατί μια κοινωνία να «παιδαγωγείται», μονότροπα με ψυχολογικές ανασφάλειες;

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην Καθημερινή της Κυριακής, 13 Σεπτεμβρίου 2009, δημοσιεύθηκε άρθρο του κ. Χρηστου Γιανναρα με τίτλο «Κίνημα Πολιτών». Στο άρθρο επισημαίνεται η ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Γράφει ο Χ. Γιανναράς:
Μέσα στην αχαλίνωτη υστερία ιδιοτέλειας, την προεκλογική, των κομμάτων, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια του πολίτη εξαρτάται από τη μνήμη του. Αν επιδιώξει να θυμάται, θα ξέρει ο πολίτης πώς να διασώσει την ευθυκρισία του, την εντιμότητά του, την ανθρωπιά του.
Υπάρχει βέβαια πάντοτε εκείνο το τμήμα του εκλογικού σώματος (στην Ελλάδα απελπιστικά μεγάλο) που ψηφίζει χωρίς σκέψη, χωρίς κρίση, με τον πρωτογονισμό ή την ψυχανωμαλία του οπαδού. Είναι το δυσφόρητο βαρίδι που κρατάει τη χώρα στην υπανάπτυξη, στη συνεχώς επιτεινόμενη υποβάθμιση της ποιότητας. Ομως, υπάρχει και η κρίσιμη για το εκλογικό αποτέλεσμα μερίδα των ψηφοφόρων που επιλέγει κάθε φορά το «μη χείρον» – με τα υποκειμενικά του καθενός κριτήρια του χείρονος. Γι’ αυτούς, τους μη εξανδραποδισμένους από την ιδιοτέλεια ή τον μικρονοϊκό κομματισμό ψηφοφόρους, η εγρήγορση της μνήμης είναι άμυνα συλλογικής ελπίδας.
Να θυμηθεί ο ψηφοφόρος: Ποιες αιτίες, ποια αγανάκτηση οδήγησαν την πλειοψηφία να απορρίψει δύο φορές το ΠΑΣΟΚ, το 2004 και το 2007. Και να το απορρίψει για χάρη ενός κόμματος που είκοσι περίπου χρόνια στην αντιπολίτευση, είχε αποδειχθεί πολιτικά ανύπαρκτο: χωρίς την παραμικρή αντίρρηση, διαφωνία ή αντιπρόταση στην πολιτική, στις πρακτικές, στους «κοινωνικούς» στόχους των σοσιαλεπώνυμων αμοραλιστών. Αλλαξε σε τίποτα το ΠΑΣΟΚ από το 2004 ώς σήμερα; Εδωσε το παραμικρό σημάδι αυτοκριτικής, μεταμέλειας, αναγνώρισης λαθών που προκάλεσαν δύο φορές την αποδοκιμασία του από τους ψηφοφόρους;
Αλλά να θυμηθεί και την άλλη εικόνα ο ψηφοφόρος: Τον φορτωμένο σήμερα το όνειδος της αποτυχίας πρωθυπουργό, όταν από το βήμα του Κοινοβουλίου ειρωνευόταν με ανοίκεια «οικειότητα» το φανερά ολίγιστο των ηγετικών ικανοτήτων του αθρόως ανακύψαντος τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης: του φερόταν, ωσάν να επρόκειτο για αδικημένο από τη φύση άτομο. Και να, που από αυτόν κατατροπώθηκε τελικά ο οιηματίας πρωθυπουργός, από τον πιο μειονεκτικό αντίπαλο που μπορούσε να του τύχει – ο ολίγιστος έγινε αφορμή να μετρηθεί με τη μεζούρα της ντροπής η ανικανότητα του εύγλωττου πεφυσιωμένου.
Να ανακαλέσει με ενάργεια στη μνήμη του ο ψηφοφόρος τα τεκμήρια της ψηλαφητής διαπίστωσης ότι και τα δύο «κόμματα εξουσίας» δεν πιστεύουν σε τίποτα, δεν πονάνε για τίποτα, δεν έχουν αρχές και ραχοκοκαλιά. Το ΠΑΣΟΚ περιέλαβε στους κόλπους του τον Μάρκο Βαφειάδη, αλλά και τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο – τέτοιον «σοσιαλιστικό» αχταρμά πρεσβεύει. Και η ΕΡΤ της «Νέας Δημοκρατίας», όπως και κάθε μετερίζι κρατικής διαχείρισης του πολιτισμού, αλλά και οι κοινωνικοί στόχοι της Εκπαίδευσης, συνέχισαν με τη Ν. Δ. να υπηρετούν συμπλεγματικά τον επιθετικό ρεβανσισμό των κάποτε ηττημένων της ζαχαριαδικής ένοπλης ανταρσίας της εξωραϊσμένης σε «εμφύλιο».
Να θυμηθεί και να κρίνει ο ψηφοφόρος: Τι διέφερε ως υπουργός Παιδείας ο καταγωγικά ανελλήνιστος σημερινός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ από τη Νεοδημοκράτισσα κυρία Γιαννάκου, που τα ασύστολα κατορθώματά της τιμωρήθηκαν από τη λαϊκή ψήφο, αλλά αμείφθηκαν υπερ-εκ περισσού από το κόμμα της με την πρώτη θέση στο ευρωψηφοδέλτιο; Και γιατί άραγε έφτασε ο Θ. Πάγκαλος να καταγγέλλει τον σημερινό αρχηγό του, ως υπουργό Εξωτερικών, για απροσχημάτιστο εξαμερικανισμό του υπουργείου; Σε τι διέφερε η φανατισμένη υποστήριξη που πρόσφερε στο Σχέδιο Ανάν ο θλιβερός ολίγιστος από την υποστήριξη της σημερινής υπουργού Εξωτερικών στο ίδιο αυτό νομικό και πολιτικό τερατούργημα; Είναι εύλογα απρόσιτος σε τεκμηρίωση, αλλά συνάγεται από την προφανέστατη λογική των γεγονότων ο κάποτε ισχυρισμός του Ανδρέα Παπανδρέου ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών επιβάλλεται από «ξένα κέντρα αποφάσεων». Και μάλλον αποτελεί προστάδιο δοκιμασίας της ευπείθειας για την ανάληψη κομματικής ηγεσίας και πρωθυπουργίας.
Μόνο η εγρήγορση της μνήμης συνιστά αντίσταση της προσωπικής αξιοπρέπειας στη συλλογική ταπείνωση και ντροπή. Να μην ξεχάσει ο ψηφοφόρος την αναπλήρωση ανατριχιαστικής ανικανότητας με χαμόγελα παντός καιρού, που ήταν η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής από την κυρία Ντόρα Μητσοτάκη. Να μην ξεχάσει και την εικόνα του πρωθυπουργού το βράδυ που κρινόταν στο Συμβούλιο Κορυφής της Ε. Ε. η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας: Αυτοκαταργημένος ο εκπρόσωπος της Ιστορίας, του πολιτισμού, των δικαίων του Ελληνισμού, να μην τολμάει ούτε να ψελλίσει ότι υπάρχει ανοιχτή απειλή πολέμου (casus belli) από την Τουρκία μαζί με καθημερινές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου.
Δεν είναι τυχαίο που η προεκλογική αντιμαχία περιορίζεται, προγραμματικά και ασφυκτικά, στα προβλήματα της οικονομίας και των οικονομικών σκανδάλων. Με την απαράλλαχτα κοινή πολιτική τους στην Εκπαίδευση και στο πεδίο των ΜΜΕ, ΠΑΣΟΚ και Ν. Δ. έχουν κατορθώσει να είναι πια κυρίαρχος στην Ελλάδα ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» του Ιστορικού Υλισμού, στην πιο χυδαία, καταναλωτικά βουλιμική εκδοχή του. Ετσι, ο Ελλαδίτης σήμερα ψηφίζει με αντανακλαστικα τζογαδόρου σκοπεύοντας την «καλή».
Και η κυβέρνηση κυβερνάει όχι με κάποιο πρόγραμμα ή με στόχους κοινωνικούς, αλλά πειθαρχώντας σε εβδομαδιαίες ή δεκαπενθήμερες δημοσκοπήσεις που απηχούν τη βουλιμία μαζών σε προχωρημένη εξηλιθίωση.
Προγραμματικά και ασφυκτικά αποκλείονται από την προεκλογική αντιμαχία θέματα που ξεπερνάνε τη διαχειριστική λάντζα της πολιτικής. Δεν συζητιέται η εξωτερική πολιτική, μόνο ρητορικές γενικολογίες. Δεν συζητιέται η ανασφάλεια των πολιτών, η κατεστημένη ανομία, η απειλή να επαναληφθεί η έκρηξη παραφροσύνης του περασμένου Δεκέμβρη. Δεν συζητιέται αν χρειάζεται ή όχι η αξιοκρατική ιεραρχία, η κριτική αξιολόγηση, ο πειθαρχικός έλεγχος των λειτουργών του κράτους. Δεν συζητιέται η διαστροφή του συνδικαλισμού σε μαφιόζικο γκανγκστερισμό με πρακτικές στρατού κατοχής στην Ελλάδα. Ούτε ή άνευ όρων παράδοση της πληροφόρησης και αγωγής του πληθυσμού στον ανταγωνισμό κερδοσκοπίας των ΜΜΕ, η εγκληματική απουσία κοινωνικού ελέγχου.
Εικονικές είναι και οι τάχα αντιπαλότητες για θέματα Παιδείας, κοινωνικών ασφαλίσεων, αγροτικής πολιτικής, πολιτικής φαρμάκου και περίθαλψης, θεσμικού ελέγχου της διαφθοράς (κυρίως στην Τοπική Αυτοδιοίκηση), λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Δεν ενδιαφέρουν τους κομματανθρώπους τα προβλήματα, τους ενδιαφέρει αποκλειστικά και μόνο η εξουσία, συζητάνε ή αγορεύουν μόνο για να κερδίσουν τις εντυπώσεις.
Στις μέρες που απομένουν ώς τις εκλογές θα μπορούσε να προκύψει, από στόμα σε στόμα, κάτι σαν «Κίνημα Πολιτών» προφορικό, μια κοινωνούμενη πρόκληση προπαγανδισμού τριών στόχων: Με την πειθώ ή τη χλεύη, να περιοριστεί, όσο γίνεται, ο αριθμός των μικρονοϊκών που ακόμα συνάζονται, με σημαιούλες και χειροκροτήματα, σε προεκλογικές ομιλίες και φιέστες. Να σαμποταριστεί η κομματική χαρτούρα και αφισοκόλληση, να τη μεταφέρουμε αμέσως, άμα τη εμφανίσει, στην ανακύκλωση. Τρίτος, ο σπουδαιότερος στόχος: Να πέσουν σε ποσοστό ψήφων κάτω του 20% τα κόμματα εξουσίας. Που δεν είναι δύο.
Κίνημα πολιτών από στόμα σε στόμα. Με πτώση κάτω από το 20% αλλάζει το πολιτικό σκηνικό, γεννιέται ελπίδα.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην Καθημερινή της Κυριακής, 13 Σεπτεμβρίου 2009, δημοσιεύθηκε άρθρο του κ. Χρηστου Γιανναρα με τίτλο «Κίνημα Πολιτών». Στο άρθρο επισημαίνεται η ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Γράφει ο Χ. Γιανναράς:
Μέσα στην αχαλίνωτη υστερία ιδιοτέλειας, την προεκλογική, των κομμάτων, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια του πολίτη εξαρτάται από τη μνήμη του. Αν επιδιώξει να θυμάται, θα ξέρει ο πολίτης πώς να διασώσει την ευθυκρισία του, την εντιμότητά του, την ανθρωπιά του.
Υπάρχει βέβαια πάντοτε εκείνο το τμήμα του εκλογικού σώματος (στην Ελλάδα απελπιστικά μεγάλο) που ψηφίζει χωρίς σκέψη, χωρίς κρίση, με τον πρωτογονισμό ή την ψυχανωμαλία του οπαδού. Είναι το δυσφόρητο βαρίδι που κρατάει τη χώρα στην υπανάπτυξη, στη συνεχώς επιτεινόμενη υποβάθμιση της ποιότητας. Ομως, υπάρχει και η κρίσιμη για το εκλογικό αποτέλεσμα μερίδα των ψηφοφόρων που επιλέγει κάθε φορά το «μη χείρον» – με τα υποκειμενικά του καθενός κριτήρια του χείρονος. Γι’ αυτούς, τους μη εξανδραποδισμένους από την ιδιοτέλεια ή τον μικρονοϊκό κομματισμό ψηφοφόρους, η εγρήγορση της μνήμης είναι άμυνα συλλογικής ελπίδας.
Να θυμηθεί ο ψηφοφόρος: Ποιες αιτίες, ποια αγανάκτηση οδήγησαν την πλειοψηφία να απορρίψει δύο φορές το ΠΑΣΟΚ, το 2004 και το 2007. Και να το απορρίψει για χάρη ενός κόμματος που είκοσι περίπου χρόνια στην αντιπολίτευση, είχε αποδειχθεί πολιτικά ανύπαρκτο: χωρίς την παραμικρή αντίρρηση, διαφωνία ή αντιπρόταση στην πολιτική, στις πρακτικές, στους «κοινωνικούς» στόχους των σοσιαλεπώνυμων αμοραλιστών. Αλλαξε σε τίποτα το ΠΑΣΟΚ από το 2004 ώς σήμερα; Εδωσε το παραμικρό σημάδι αυτοκριτικής, μεταμέλειας, αναγνώρισης λαθών που προκάλεσαν δύο φορές την αποδοκιμασία του από τους ψηφοφόρους;
Αλλά να θυμηθεί και την άλλη εικόνα ο ψηφοφόρος: Τον φορτωμένο σήμερα το όνειδος της αποτυχίας πρωθυπουργό, όταν από το βήμα του Κοινοβουλίου ειρωνευόταν με ανοίκεια «οικειότητα» το φανερά ολίγιστο των ηγετικών ικανοτήτων του αθρόως ανακύψαντος τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης: του φερόταν, ωσάν να επρόκειτο για αδικημένο από τη φύση άτομο. Και να, που από αυτόν κατατροπώθηκε τελικά ο οιηματίας πρωθυπουργός, από τον πιο μειονεκτικό αντίπαλο που μπορούσε να του τύχει – ο ολίγιστος έγινε αφορμή να μετρηθεί με τη μεζούρα της ντροπής η ανικανότητα του εύγλωττου πεφυσιωμένου.
Να ανακαλέσει με ενάργεια στη μνήμη του ο ψηφοφόρος τα τεκμήρια της ψηλαφητής διαπίστωσης ότι και τα δύο «κόμματα εξουσίας» δεν πιστεύουν σε τίποτα, δεν πονάνε για τίποτα, δεν έχουν αρχές και ραχοκοκαλιά. Το ΠΑΣΟΚ περιέλαβε στους κόλπους του τον Μάρκο Βαφειάδη, αλλά και τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο – τέτοιον «σοσιαλιστικό» αχταρμά πρεσβεύει. Και η ΕΡΤ της «Νέας Δημοκρατίας», όπως και κάθε μετερίζι κρατικής διαχείρισης του πολιτισμού, αλλά και οι κοινωνικοί στόχοι της Εκπαίδευσης, συνέχισαν με τη Ν. Δ. να υπηρετούν συμπλεγματικά τον επιθετικό ρεβανσισμό των κάποτε ηττημένων της ζαχαριαδικής ένοπλης ανταρσίας της εξωραϊσμένης σε «εμφύλιο».
Να θυμηθεί και να κρίνει ο ψηφοφόρος: Τι διέφερε ως υπουργός Παιδείας ο καταγωγικά ανελλήνιστος σημερινός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ από τη Νεοδημοκράτισσα κυρία Γιαννάκου, που τα ασύστολα κατορθώματά της τιμωρήθηκαν από τη λαϊκή ψήφο, αλλά αμείφθηκαν υπερ-εκ περισσού από το κόμμα της με την πρώτη θέση στο ευρωψηφοδέλτιο; Και γιατί άραγε έφτασε ο Θ. Πάγκαλος να καταγγέλλει τον σημερινό αρχηγό του, ως υπουργό Εξωτερικών, για απροσχημάτιστο εξαμερικανισμό του υπουργείου; Σε τι διέφερε η φανατισμένη υποστήριξη που πρόσφερε στο Σχέδιο Ανάν ο θλιβερός ολίγιστος από την υποστήριξη της σημερινής υπουργού Εξωτερικών στο ίδιο αυτό νομικό και πολιτικό τερατούργημα; Είναι εύλογα απρόσιτος σε τεκμηρίωση, αλλά συνάγεται από την προφανέστατη λογική των γεγονότων ο κάποτε ισχυρισμός του Ανδρέα Παπανδρέου ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών επιβάλλεται από «ξένα κέντρα αποφάσεων». Και μάλλον αποτελεί προστάδιο δοκιμασίας της ευπείθειας για την ανάληψη κομματικής ηγεσίας και πρωθυπουργίας.
Μόνο η εγρήγορση της μνήμης συνιστά αντίσταση της προσωπικής αξιοπρέπειας στη συλλογική ταπείνωση και ντροπή. Να μην ξεχάσει ο ψηφοφόρος την αναπλήρωση ανατριχιαστικής ανικανότητας με χαμόγελα παντός καιρού, που ήταν η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής από την κυρία Ντόρα Μητσοτάκη. Να μην ξεχάσει και την εικόνα του πρωθυπουργού το βράδυ που κρινόταν στο Συμβούλιο Κορυφής της Ε. Ε. η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας: Αυτοκαταργημένος ο εκπρόσωπος της Ιστορίας, του πολιτισμού, των δικαίων του Ελληνισμού, να μην τολμάει ούτε να ψελλίσει ότι υπάρχει ανοιχτή απειλή πολέμου (casus belli) από την Τουρκία μαζί με καθημερινές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου.
Δεν είναι τυχαίο που η προεκλογική αντιμαχία περιορίζεται, προγραμματικά και ασφυκτικά, στα προβλήματα της οικονομίας και των οικονομικών σκανδάλων. Με την απαράλλαχτα κοινή πολιτική τους στην Εκπαίδευση και στο πεδίο των ΜΜΕ, ΠΑΣΟΚ και Ν. Δ. έχουν κατορθώσει να είναι πια κυρίαρχος στην Ελλάδα ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» του Ιστορικού Υλισμού, στην πιο χυδαία, καταναλωτικά βουλιμική εκδοχή του. Ετσι, ο Ελλαδίτης σήμερα ψηφίζει με αντανακλαστικα τζογαδόρου σκοπεύοντας την «καλή».
Και η κυβέρνηση κυβερνάει όχι με κάποιο πρόγραμμα ή με στόχους κοινωνικούς, αλλά πειθαρχώντας σε εβδομαδιαίες ή δεκαπενθήμερες δημοσκοπήσεις που απηχούν τη βουλιμία μαζών σε προχωρημένη εξηλιθίωση.
Προγραμματικά και ασφυκτικά αποκλείονται από την προεκλογική αντιμαχία θέματα που ξεπερνάνε τη διαχειριστική λάντζα της πολιτικής. Δεν συζητιέται η εξωτερική πολιτική, μόνο ρητορικές γενικολογίες. Δεν συζητιέται η ανασφάλεια των πολιτών, η κατεστημένη ανομία, η απειλή να επαναληφθεί η έκρηξη παραφροσύνης του περασμένου Δεκέμβρη. Δεν συζητιέται αν χρειάζεται ή όχι η αξιοκρατική ιεραρχία, η κριτική αξιολόγηση, ο πειθαρχικός έλεγχος των λειτουργών του κράτους. Δεν συζητιέται η διαστροφή του συνδικαλισμού σε μαφιόζικο γκανγκστερισμό με πρακτικές στρατού κατοχής στην Ελλάδα. Ούτε ή άνευ όρων παράδοση της πληροφόρησης και αγωγής του πληθυσμού στον ανταγωνισμό κερδοσκοπίας των ΜΜΕ, η εγκληματική απουσία κοινωνικού ελέγχου.
Εικονικές είναι και οι τάχα αντιπαλότητες για θέματα Παιδείας, κοινωνικών ασφαλίσεων, αγροτικής πολιτικής, πολιτικής φαρμάκου και περίθαλψης, θεσμικού ελέγχου της διαφθοράς (κυρίως στην Τοπική Αυτοδιοίκηση), λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Δεν ενδιαφέρουν τους κομματανθρώπους τα προβλήματα, τους ενδιαφέρει αποκλειστικά και μόνο η εξουσία, συζητάνε ή αγορεύουν μόνο για να κερδίσουν τις εντυπώσεις.
Στις μέρες που απομένουν ώς τις εκλογές θα μπορούσε να προκύψει, από στόμα σε στόμα, κάτι σαν «Κίνημα Πολιτών» προφορικό, μια κοινωνούμενη πρόκληση προπαγανδισμού τριών στόχων: Με την πειθώ ή τη χλεύη, να περιοριστεί, όσο γίνεται, ο αριθμός των μικρονοϊκών που ακόμα συνάζονται, με σημαιούλες και χειροκροτήματα, σε προεκλογικές ομιλίες και φιέστες. Να σαμποταριστεί η κομματική χαρτούρα και αφισοκόλληση, να τη μεταφέρουμε αμέσως, άμα τη εμφανίσει, στην ανακύκλωση. Τρίτος, ο σπουδαιότερος στόχος: Να πέσουν σε ποσοστό ψήφων κάτω του 20% τα κόμματα εξουσίας. Που δεν είναι δύο.
Κίνημα πολιτών από στόμα σε στόμα. Με πτώση κάτω από το 20% αλλάζει το πολιτικό σκηνικό, γεννιέται ελπίδα.

Η ΚΑΘΑΡΣΗ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΘΑ ΕΠΕΛΘΕΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Του Χρήστου Γιανναρά, Καθημερινή της Κυριακής 10/8/2008. Όταν οι πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσέρχονται στις κάλπες, είναι για να εκλέξουν κυβέρνηση που θα διαχειριστεί τη λειτουργία του κράτους σε διάστημα συγκεκριμένων ετών. Το κράτος υπάρχει, λειτουργεί, η εκάστοτε κυβέρνηση απλώς διαχειρίζεται τη λειτουργία του, την κατευθύνει στους προγραμματισμούς της στόχους που ο λαός ενέκρινε - επέλεξε με την ψήφο του. Μόνο στην Ελλάδα ψηφίζουμε στις εκλογές όχι κυβέρνηση που θα διαχειριστεί τη λειτουργία του κράτους, αλλά αρχηγό-σωτήρα που θα συγκροτήσει κράτος, θα το κάνει να λειτουργήσει, θα «επανιδρύσει» το κράτος. Είναι η εναγώνια προσδοκία μας από την εποχή του Καποδίστρια και συνεχίζεται ακόμα: Να βρεθεί ηγέτης που να φτιάξει κράτος και για μας του Έλληνες, θεσμούς, λειτουργίες κοινωνικού σώματος στην Ελλάδα. Εκατόν ογδόντα χρόνια τώρα ψηφίζουμε με την ελπίδα μήπως και γίνει τοθαύμα. Το αυτονόητο για τους άλλους θα είναι θαύμα για μας. Να αποκτήσουμε υπουργεία, δημόσιους οργανισμούς, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας που να λειτουργούν, να υπηρετούν τις κοινές ανάγκες. Να είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι κοινωνικοί λειτουργοί, όχι συνδικαλισμένα παράσιτα, εκβιαστές του πολίτη. Τα νοσοκομεία, τα σχολειά, οι κοινωνικές ασφαλίσεις, η δημόσια τάξη, τα τρένα, τα λιμάνια, η είσπραξη των φόρων να λειτουργούν αυτοδύναμα και αποτελεσματικά όποια κυβέρνηση κι αν βρίσκεται στην εξουσία. Να μην εξαρτάται η λειτουργία και η στελέχωση του κράτους από την κυβέρνηση, να χωριστεί το κράτος από την κυβέρνηση. Στην Ελλάδα, το κάθε κόμμα που γίνεται κυβέρνηση παραδίδει θεσμούς και λειτουργίες στα στίφη ενός υπόκοσμου κομματικών «ημετέρων» που καιροφυλαχτούν να διαγουμίσουν την κοινωνική περιουσία, να ηδονιστούν με την αυθαιρεσία του εξουσιαστή. Γνωστά και χιλιοειπωμένα όλα αυτά, όμως δεύτερη πολιτική δύναμη στη χώρα, «αξιωματική αντιπολίτευση», παραμένει με την ψήφο των εμπαιγμένων πολιτών, το κόμμα που κατάργησε και το τελευταίο ίχνος λειτουργικής αυτοδυναμίας του κρατικού μηχανισμού: Το ΠΑΣΟΚ ακύρωσε τον θεσμό των Γενικών Διευθυντών στα υπουργεία και ισοπέδωσε την υπαλληλική ιεραρχία εγκαθιστώντας σμήνη χρυσοπληρωμένων κομματανθρώπων ως υπουργικών «συμβούλων». Και ο λαός επιβραβεύει αυτόν τον φασιστοειδή κομματικό ολοκληρωτισμό διατηρώντας στο πολιτικό προσκήνιο τους αυτουργούς. Ο ίδιος λαός χαρίζει δεύτερη τετραετία σε μια κυβέρνηση που υποσχέθηκε «επανίδρυση του κράτος», του διαλυμένου από εικοσάχρονη φαυλότητα, ενώ δεν έκαναν τίποτε άλλο οι επανεκλεγέντες από το να στήσουν τη δική τους φαυλεπίφαυλη, αναιδέστατη καμαρίλα. Ποιος θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τον χωρισμό της κυβέρνησης από το κράτος στην Ελλάδα Από τα πολιτικά κόμματα είναι παρανοϊκό να περιμένουμε τέτοια πρωτοβουλία. Τα δύο λεγόμενα «κόμματα εξουσίας» απέδειξαν επανειλημμένα ότι λειτουργούν μόνο με τη λογική και τον στόχο να συγκροτούν διαδοχικά το δικό του κομματικό το καθένα κράτος. Τα δε δύο του μεταπρατικού μαρξισμού κόμματα συντηρούν την ιδεολογία (και τη νοοτροπία και τις πρακτικές) που γέννησαν την ύβρι, το κομματικό κράτος. Για να γίνει ο χωρισμός της κυβέρνησης από το κράτος χρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα, επομένως σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης που θα δώσει στη χώρα νέο καταστατικό χάρτη, αναιρετικό των προϋποθέσεων της κομματοκρατίας. Αν εμφανιστεί ένα καινούργιο κόμμα που θα επαγγελθεί αυτή τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης και θα περιμένει, μέσα στο πλαίσιο του σημερινού τρόπου εκλογικής διαδικασίας, την ψήφο του λαού για να πραγματοποιήσει τον στόχο του, σίγουρα θα πρόκειται για σύμπραξη ιδεόληπτων αφελών: Είναι λογικά και πραγματικά αδύνατο να επιτρέψει η κομματοκρατία (παντοδύναμο σήμερα και ολοκληρωτικών μεθόδων καθεστώς) την επιβίωση σοβαρού πολιτικού σχήματος που να την υπονομεύσει. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να εξουδετερωθεί ένα τέτοιο εγχείρημα και ο αποτελεσματικότερος είναι η διακωμώδησή του. Αλλά και να γινόταν δυνατό να φτάσουμε θαυματουργικά στο στάδιο να μπορεί να συγκληθεί συντακτική καινούργιου Συντάγματος εθνοσυνέλευση, πώς θα επιλέγονταν τα μέλη της; Η προσφυγή σε κάλπες είναι μέθοδος εντελώς, μα εντελώς αφερέγγυα σήμερα. Η ελλαδική κοινωνία αποδείχνει σταθερά και κατά συρροήν ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει ποιότητες, να εκτιμήσει την ανθρώπινη αξιοσύνη και ωριμότητα. Θα έστελνε σε μια Συντακτική Εθνοσυνέλευση ηθοποιούς και πάλι των τηλεοπτικών σίριαλ, μπασκετμπολίστες, προπονητές, εκφωνητές του ποδοσφαίρου στο ραδιόφωνο, λαϊκές τραγουδίστριες. Οσο τα τηλεοπτικά κανάλια παραμένουν έξω από κάθε κοινωνικό έλεγχο, όργανα χειραγώγησης της ελλαδικής κοινωνίας από οργανωμένα, διαπλεκόμενα με την κομματοκρατία συμφέροντα, κάθε εκλογική διαδικασία θα είναι φενάκη. Μην ξεχνάμε ότι η ελλαδική κοινωνία έχει ένα απελπιστικά μεγάλο ποσοστό λειτουργικώς αναλφαβήτων. Και φαινόμενα εξηλιθίωσης μεγάλων μαζών πληθυσμού εφιαλτικά. Ενα καινούργιο Γουδί (βραχυχρόνιο μεταπολιτευτικό κίνημα και όχι πραξικόπημα δικτατορίας στρατιωτικών) αποκλείεται: Θα έθετε αμέσως την Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης συνεπιφέροντας κατάρρευση κάθε κρατικής λειτουργίας. Και επιπλέον, το μέσο επίπεδο καλλιέργειας και οξύνοιας των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων μοιάζει, στις δημόσιες εκφάνσεις του, πολύ χαμηλό. Δεν μπορούν πια οι στρατιωτικοί να πυροδοτήσουν και να εκφράσουν κοινωνική έκρηξη. Το τελευταίο ενδεχόμενο για μεταπολιτευτική αλλαγή είναι μια εθνική καταστροφή: Να επιβάλει η Υπερδύναμη ένα καινούργιο μακεδονικό Κόσοβο με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη ή να προσαρτήσει η Τουρκία τη δυτική Θράκη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Τότε ίσως συμβεί η κοινωνική έκρηξη που θα στείλει στο σπίτι τους (ή στον Κορυδαλλό) τις σημερινές, εγκληματικής ιδιοτέλειας και αηδιαστικής φαυλότητας πολιτικές «δυνάμεις» και θα προκύψει Συντακτική Εθνοσυνέλευση, καινούργιο Σύνταγμα, κράτος χωρισμένο από την κυβέρνηση. Υπάρχει κάτι χειρότερο από το να πεθάνει ιστορικά ένας λαός: Να νομίζει ότι ζει παρακολουθώντας καθημερινά, για κάποιες δεκαετίες, την κηδεία του.

«ΤΟΜΕΣ»: Η ΦΕΝΑΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

Tου Χρηστου Γιανναρά

Καθημερινή της Κυριακής, 20-Σεπτ. 2009

Η προεκλογική κενολογία υπόσχεται «τομές», βαθιές «τομές». Η λέξη είναι οπωσδήποτε εντυπωσιακή, αλλά έχει μεταλλαχθεί η σημασία της.

Το ουσιαστικό «τομή» παράγεται από το ρήμα «τέμνω». Τέμνω σημαίνει: σχίζω ή κόβω. Σχίζω για να διανοίξω, να φανερώσω και εντοπίσω τη βλάβη, τη σήψη, τη δυσλειτουργία οργανισμού ή οργάνου. Κόβω, αποκόπτω, αφαιρώ την αιτία της βλάβης, το χαλασμένο, μολυσμένο, σάπιο μέλος ή όργανο, για να αποκατασταθεί η ζωτική λειτουργία, η υγεία. Η λέξη «τομή» στην πολιτική χρησιμοποιείται με αναφορά σε ιατρικές κυρίως προσλαμβάνουσες.

Με καμιά γλωσσική λογική δεν μπορεί να ονομαστεί «τομή» η απλή διορθωτική παρέμβαση, η διαχειριστική «βελτίωση». Η τομή πονάει, έχει κόστος, συνεπάγεται διακινδύνευση, ενώ οι «βελτιώσεις» ρίχνουν απλώς στάχτη στα μάτια, έχουν «επικοινωνιακή» σκοπιμότητα: να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι και ας σέρνεται η αρρώστια, η θανατηφόρα απειλή.

«Τομή» στην άσκηση πολιτικής σημαίνει: Αν η εξυγίανση της λειτουργίας του κράτους φανερά για όλους το απαιτεί, τότε να τολμηθούν απολύσεις, πειθαρχικές ποινές, δημεύσεις προϊόντων, χρηματισμού, κατεδαφίσεις αυθαιρέτων, να μπουν στη φυλακή οι φαύλοι όσο υψηλά και αν βρίσκονται.

Οι «τομές» δεν ξεκινάνε από ευφυή επινοήματα διαχειριστών της εξουσίας. Ξεκινάνε όπως και οι αποφάσεις για εγχείριση: Πρέπει να πιστοποιηθεί η επικίνδυνη δυσλειτουργία, να διαγνωσθεί έγκυρα η αιτία, να βεβαιωθεί η αναποτελεσματικότητα της φαρμακευτικής αγωγής, να είναι σίγουρη η απειλή μόνιμης αναπηρίας ή θανάτου. Τότε αναλαμβάνεται το ρίσκο της «τομής». Κάθε επέμβαση με το νυστέρι συνεπάγεται κίνδυνο και πόνο, αλλά ο έμπειρος συνετός ζυγίζει τα ενδεχόμενα και επωμίζεται την ευθύνη της «τομής».

Παράδειγμα: Ο τρόπος που λειτουργεί στην Ελλάδα ο συνδικαλισμός των εργαζομένων του δημόσιου τομέα, είναι καρκίνος του κοινωνικού σώματος σε τελικό στάδιο. Βασανίζει ολόκληρο το σώμα με πρακτικές γκανγκστερικών εκβιασμών, συμπεριφορές στρατού κατοχής. Ερήμην των εργαζομένων και τάχα για το συμφέρον τους, οι χρυσοπληρωμένοι άεργοι επαγγελματίες του συνδικαλισμού ασελγούν με σαδισμό πάνω σε εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια συμπολιτών τους, μόνο για να ετοιμάσουν, σαν κομματικοί λακέδες, τη βουλευτική ή και υπουργική τους καριέρα. Ο καρκίνος στο κράτος λέγεται «κράτος εν κράτει» και είναι χειρουργήσιμος. Και ρεαλιστική «τομή» θα ήταν να εφαρμοστεί από τον κ. Καραμανλή ή τον κ. Παπανδρέου το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος για τις απεργίες της δημοσιοϋπαλληλίας. Δεν τόλμησαν τόσα χρόνια, ζητάνε να συνεχίσουν να μας εμπαίζουν ασύστολα;

Κορύφωση του ανήθικου εμπαιγμού είναι το ψηφοθηρικό πρόσχημα του «διαλόγου» προκειμένου να αποφευχθεί το κόστος της «τομής». Γιατί τον «διάλογο» δεν τον κάνουν οι πολιτικοί με τον πάσχοντα λαό, δεν τολμάνε δημοψήφισμα να αποφανθεί ο λαός για τους συνδικαλιστές τυράννους του. Το κράτος διαλέγεται με το παρακράτος των συνδικαλιστών, ωσάν να παζαρεύουν την εφαρμογή του νόμου ο δικαστής με τον εγκληματία, να «διαλέγονται» για τη θεραπευτική αγωγή του αρρώστου ο γιατρός με τα κοράκια τους νεκροθάφτες.

Δεύτερο παράδειγμα εξόφθαλμης ανάγκης για «τομή»: η αναξιοκρατία που έχει οδηγήσει σε αποσύνθεση και σήψη τη θεσμική οργάνωση της συλλογικότητας.

Ηταν το επαχθέστερο ίσως κοινωνικό έγκλημα του ΠΑΣΟΚ υιοθετημένο ασμένως, για λόγους ψηφοθηρικού λαϊκισμού και από τη Ν.Δ.: Ισοπέδωσαν κάθε αξιοκρατική ιεραρχία στον δημόσιο τομέα, κάθε διαβάθμιση ευθυνών, προσόντων, συνέπειας, κατάργησαν τον πειθαρχικό έλεγχο σφαλμάτων, αμέλειας, αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Η θεσμική αυτή άρνηση διάκρισης ποιοτήτων επεκτάθηκε αναπόφευκτα σε κάθε κοινωνική λειτουργία – από την κατάργηση ή αχρήστευση της βαθμολογίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση, την εξάλειψη της άμιλλας και της στόχευσης στην αριστεία, ώς τα κομματικά κριτήρια για την ανάδειξη της ηγεσίας στις Ενοπλες Δυνάμεις, στη Δικαιοσύνη, στα πανεπιστήμια.

Μια χώρα χωρίς φυσικές πηγές πλούτου μπορεί να αναπληρώσει το υστέρημα, να ευημερήσει, να σημαδέψει τον πολιτισμό. Χώρα δίχως αξιοκρατία και θεσμική ιεράρχηση του ανθρώπινου δυναμικού της είναι νομοτελειακά προγραμμένη, έχει τελειώσει ιστορικά. Αν οι κομματικοί ηγέτες (που αλάνθαστα το λαϊκό αισθητήριο τούς αποκαλεί με υποκοριστικά) θέλουν να ασκήσουν πολιτική που θα επιφέρει «τομές» στον διαλυμένο και διεφθαρμένο δημόσιο βίο, δεν έχουν παρά να επαναφέρουν θεσμούς ιεραρχίας και κριτικής αξιολόγησης των δημόσιων λειτουργών. Διαφορετικά, ας πάψουν να μιλάνε για «τομές», «μεταρρυθμίσεις», «επανίδρυση του κράτους». Εχει και ο εμπαιγμός των πολιτών όρια.

Τρίτο παράδειγμα όπου κατεπειγόντως απαιτούνται τομές και οι κομματάρχες τις επαγγέλλονται χωρίς να τις τολμούν: το εκπαιδευτικό σύστημα. Είναι πια αφόρητη η πρόκληση ή και ωμή αναισχυντία να καυχώνται τα κόμματα εξουσίας για «τομές» και «μεταρρυθμίσεις» στην Παιδεία, όταν δεκαετίες τώρα, κατά κοινή πιστοποίηση, η Παιδεία είναι ο «μεγάλος ασθενής» της χώρας. Θεωρούν «τομή» το ότι μοιράζουν φορητούς υπολογιστές στα παιδιά για να εντυπωσιάσουν τους μικρονοϊκά αφελείς. Μιλάνε για «τομές» τη στιγμή που διορίζουν υπουργό Παιδείας τον κάθε άσχετο, ερασιτέχνη ή τσαρλατάνο, μόνο για εσωκομματικές σκοπιμότητες. Ούτε καν καταλαβαίνουν ότι «τομή» θα ήταν να απαλλάξουν τον πανικόβλητο μεροκαματιάρη από το δυσθεώρητο για τις πλάτες του κόστος της κατεστημένης παραπαιδείας, του φροντιστηρίου. Ούτε καν διανοούνται ότι «τομή» θα ήταν οι άμεσες απολύσεις εκπαιδευτικών όταν παράνομα απεργούν, η δίχως καραγκιοζιλίκια «διαλόγων» θεσμοθέτηση συνεχούς ελέγχου της ποιότητας του έργου των εκπαιδευτικών σε σχολειά και πανεπιστήμια. Η αξιολόγηση του δασκάλου δεν παζαρεύεται, είναι θεμελιώδης προϋπόθεση οποιουδήποτε εκπαιδευτικού συστήματος.

Από στόμα σε στόμα, να γίνει η αηδία μας οργή και η οργή ψήφος απόρριψης όσων αποδεδειγμένα μας εμπαίζουν. Αρχηγικά «ντιμπέιτ», πολύωρες συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους ανίκανους να πλάσσουν σε ερώτηση τη λαϊκή αγανάκτηση, ατέλειωτος χρόνος τηλεοπτικός σε κυρακατινίστικες κοκορομαχίες ηλίθιας κομπορρημοσύνης. Και ο πολίτης υποχρεωμένος να τα ζει όλα αυτά χωρίς τη δυνατότητα μιας ψήφου διαμαρτυρίας. Εξω από τις μαφιόζικες συντεχνίες της οικογενειοκρατίας με τις αστρονομικές επιδοτήσεις από το κοινωνικό χρήμα και την αδίστακτη, ομολογημένη (Τσουκάτος), διαπλοκή διαφθοράς, παραμονεύει ή η ψυχανωμαλία των θαυμαστών του σταλινισμού ή η τσίτσιδη πια γύμνια της «ανανεωτικής» ιδιοτέλειας. ΄Η ο αμοραλισμός, που ψαρεύει από τηλεοπτικές «ζώνες» ντροπής υπερασπιστές της «Ορθοδοξίας».

Από στόμα σε στόμα, όχι υποδείξεις, αλλά «κίνημα» διέγερσης της αντίστασης στον εξανδραποδισμό μας. Η ανάγκη αντίστασης θα οδηγήσει τον κάθε πολίτη να βρει τον δικό του τρόπο να ψηφίσει για την ανατροπή του σκηνικού της απάτης.

«ΜΗΔΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΠΗΛΗΚΙΟΝ»

Καθημερινή, 27 -9- 2009

Tου Χρηστου Γιανναρα

Ναι, το είπε ο ανελλήνιστος: «Και τι κατάφεραν οι αντίπαλοί μας; Μηδέν στο πηλήκιο»!

Υπήρξε υπουργός Παιδείας, υπουργός Εξωτερικών, ετοιμάζεται να είναι αυριανός πρωθυπουργός των Ελλήνων. Και δεν ξέρει να ξεχωρίσει το «πηλίκον» (αποτέλεσμα της διαίρεσης δύο αριθμών) από το «πηλήκιο» (στρατιωτικό κάλυμμα της κεφαλής).

Η Ελλάδα δεν είναι ούτε γεωγραφία ούτε Ιστορία αλλοτριωμένη σε ιδεολόγημα. Είναι στάση ζωής και νόημα ζωής σαρκωμένα και τα δύο στη γλώσσα. Οσο υπήρχαν Ελληνες, πρώτη ανάγκη είχαν: «Ελευθερία και γλώσσα» (Σολωμός). Ελευθερία είναι η κατακτημένη ετερότητα, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου, να αυτοκαθορίζεσαι, όχι να σε διαφεντεύουν άλλοι. Και η γλώσσα σαρκώνει την ετερότητα, καθιστά τον αυτοκαθορισμό κοινή, κοινωνούμενη πράξη.

Ο ανελλήνιστος πολιτικός αρχηγός δεν ξέρει να ξεχωρίσει το «πηλίκον» από το «πηλήκιο». Πώς να εμπιστευθούμε ότι καταλαβαίνει πού βρίσκονται τα γλωσσικά σύνορα της ελληνικής ετερότητας: ποια η διαφορά (βιωματικού φορτίου αιώνων) ανάμεσα στην «κοινωνία» και στη «societas», στη «δημοκρατία» και στη «respublica», στον «λόγο» και στη «ratio», στην «αλήθεια» και στη «veritas», στο «πρόσωπο» και στην «persona», στον «νόμο» και στη «lex». Και αν στις διαφορές αυτές δεν έχει ριζωμένα παιδικά βιώματα πατρίδας, τι θα υπερασπίσει σαν πρωθυπουργός; Το ακαθάριστο εθνικό προϊόν και την κατά κεφαλήν καταναλωτική ευχέρεια; Αλλά τότε ας δικτυωθεί καλύτερα η οικογένειά του να τον κάνει πρωθυπουργό σε κράτος με γλώσσα (και συνείδηση) δίχως ετερότητα - σε κανένα Βέλγιο ή Λουξεμβούργο.

Οι επερχόμενες εκλογές, στις 4 Οκτωβρίου 2009, θυμίζουν κάτι από τις αποφράδες εκείνες του Νοεμβρίου 1920, τότε που οι Ελληνες, ασυλλόγιστα και φανατισμένα, όδευαν προς τη συμφορά. Σαν οσμή και τώρα στην ατμόσφαιρα η ανατριχίλα από το κακό που συνοδεύει πάντα την αλογία και την τυφλότητα. Και μάλιστα χωρίς να υπάρχει σήμερα αμφιλεγόμενος ηγέτης, δίλημμα για τον λαό. Μια παράδοση στόχων αλήθειας και ποιότητας ζωής τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων παραδίνεται (από αμηχανία, αγανάκτηση ή απερισκεψία) στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν ξέρει να ξεχωρίσει το «πηλίκον» από το «πηλήκιο».

Δεν φταίει που είναι ανελλήνιστος ο μεθοδικά κατασκευασμένος «ηγέτης». Δεν είχε παιδικά βιώματα πατρίδας στην Ελλάδα ούτε γλώσσα μητρική τα ελληνικά. Το κρίμα και η ιστορική ευθύνη είναι των παραιτημένων από τη σκέψη και την κρίση τους ψηφοφόρων. Ο ίδιος απέδειξε απροσχημάτιστα πόσο έτοιμος είναι να απεμπολήσει κοιτίδες της ελληνικής πρότασης πολιτισμού, όταν προπαγάνδιζε, δίχως αιδώ ή λύπη, την εξωφρενική πλεκτάνη του Σχεδίου Ανάν για την Κύπρο. ΄Η, πριν από λίγες μέρες, με τις δηλώσεις του εκπροσώπου του για το Σκοπιανό.

Στην προεκλογική του εκστρατεία μιλάει μόνο για λεφτά, πώς θα μπουκώσει τον Ελλαδίτη της παρακμής με ψευδαισθητική ευζωία. Ούτε λέξη για τις τουρκικές έμπρακτες (καθημερινής βίας) απαιτήσεις κυριαρχίας στο Αιγαίο, για τα πολιτικά καμώματα του «κομμουνιστή» (αλλά νατοϊκής ποδηγέτησης) προέδρου της Κύπρου να νεκραναστήσει, μαζί με τον Ταλάτ, την εκτρωματική πανουργία του Ανάν. Ούτε σχολίασε ποτέ (όπως και κανένας Ελλαδίτης πολιτικός) τον προγραμματικό αφελληνισμό της παιδείας και των θεσμών στην Κύπρο από το καθεστώς Χριστόφια.

Το ορθολογικό συμπέρασμα είναι αδυσώπητο: Η ελληνικότητα της Κύπρου, η ελληνικότητα του ονόματος Μακεδονία αφήνουν παγερά αδιάφορο τον αυριανό πρωθυπουργό της Ελλάδας. Τι φυσικότερο να τον αφήνει αδιάφορο και η ελληνικότητα του Αιγαίου, της Θράκης, του Καστελλόριζου, της Λήμνου, της Μυτιλήνης. Με ανελλήνιστη ηγεσία, βουβή και άλαλη για τα εθνικά θέματα, ο ορθολογισμός μεταγγίζει τον φόβο της σαφέστατα επαπειλούμενης συμφοράς. Γι' αυτό και οι επερχόμενες εκλογές θυμίζουν κάτι από τις αποφράδες εκείνες του 1920, έχουν μια πρόγευση φόβου προσφυγιάς, ξεριζωμού, ίσως αίματος. Τα σημάδια της πολιτικής «σταδιοδρομίας», ώς τώρα, του γλωσσικά ανελλήνιστου μάλλον βεβαιώνουν ότι, αν γίνει πρωθυπουργός, η «λύση» του Κυπριακού, του Σκοπιανού, της μοιρασιάς του Αιγαίου θα επιβληθεί μέσα σε εβδομάδες ή ελάχιστους μήνες. Ομως Θρακιώτες, Καστελλοριζιοί, Μυτιληνιοί, μέσα στο περίπου 40% των Ελλαδιτών ψηφοφόρων, χοροπηδάνε, με πράσινες σημαιούλες, κάτω από το μπαλκόνι του ξενότροπου κομματάρχη διαδηλώνοντας την ίδια εκείνη επιλογή του 1920: «Μικράν Ελλάδα», συρρικνωμένη, και ούτε λόγος για «έντιμον» - σήμερα τη θέλουμε «πάροχον καταναλωτικής ευχέρειας».

Εναλλακτική λύση; Μα είναι φανερό πως δεν υπάρχει, ο ανελλήνιστος δεν έχει αντίπαλο. Η «Νέα Δημοκρατία» έχει τελειώσει πολιτικά, ήταν είκοσι χρόνια ανύπαρκτη ως αντιπολίτευση και πέντε χρόνια ανύπαρκτη ως κυβέρνηση. Σίγουρα δεν μπερδεύει το «πηλίκον» με το «πηλήκιο», αλλά έχει πια αποδείξει, επί είκοσι έξι χρόνια, ότι είναι το ίδιο ή και πιο θεαματικά ανελλήνιστη: στα μπλα-μπλα που με στόμφο εκφέρει και στα αυτοκτονικής ατολμίας διαχειριστικά της ενεργήματα. Δεν πιστεύει αυτό το κόμμα σε τίποτα, το μόνο που ήθελε, και προσπάθησε υστερικά, ήταν να γίνει ΠΑΣΟΚ. Και δεν τα κατάφερε. Αποδείχτηκε, εκτός από εξωφρενικά ανίκανη, και ανήκεστα φαύλη.

Μένει ακόμα μία εβδομάδα ώς τις εκλογές. Η πορεία της χώρας είναι προδιαγεγραμμένη, όσοι οσφραίνονται τα επερχόμενα νιώθουν ανήμποροι να αναχαιτίσουν την αλογία. Για την εξαφάνιση των «εθνικών» θεμάτων και της άμυνας από την προεκλογική ατζέντα θα μπορούσε να έχει υπάρξει κάποια παρήγορη παρέμβαση (συμβολική αντίσταση συλλογικής αξιοπρέπειας) της Ακαδημίας Αθηνών, της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Εχει μάλλον χαθεί η επίγνωση ότι μπροστάρηδες στην κοινωνία δεν μπορεί να είναι μόνο οι ανυπόληπτοι επαγγελματίες της εξουσιαστικής μονομανίας και ιδιοτέλειας.

Τουλάχιστον, στην εβδομάδα που απομένει, ας μπορούσε να εμφανιστεί ένας τίμιος και ανυστερόβουλος «εκλογολόγος» από αυτούς που σπουδάζουν την σε βάρος μας πανουργία των εκλογικών νόμων, να μας συμβουλέψει: Ποια είναι η αποτελεσματικότερη οδός για να αποτραπεί η αυτοδυναμία του ανελλήνιστου: Η αποχή; Η υπερψήφιση εξωκοινοβουλευτικών κομματιδίων «της πλάκας»; Το λευκό; Το άκυρο;

Στη δεκαετία του 1950 ή '60, αν ένας πολιτικός μιλούσε για «μηδέν στο πηλήκιο» θα είχε τελειώσει αυθημερόν την καριέρα του μέσα στον γενικό καγχασμό. Η γλωσσική ευαισθησία ήταν τέτοια, που επέτρεπε στο χιούμορ του Μποστ να λειτουργεί καθολικά στην ελληνική κοινωνία και να σπάζει κόκαλα. Σήμερα, μια σατυρική ιδιοφυΐα με τη γλώσσα του Μποστ δεν θα προκαλούσε ούτε μειδίαμα. Μέσα σε πενήντα χρόνια οι Ελληνες ξεριζώθηκαν μεθοδικά από τη συνέχεια της γλώσσας τους, από την κοινή σάρκα και κοινωνούμενη πράξη του αυτοκαθορισμού τους, της ετερότητάς τους.

Αυτή η απώλεια φαίνεται πως πρέπει να μετρηθεί και με εδαφική συρρίκνωση. Το ιστορικό τέλος ιστορικών λαών πάντοτε εντοπίζεται και χαρτογραφημένο.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ

Καθημερινή 4-10-2009

Tου Χρηστου Γιανναρα

Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 καλλιεργείται στην Ελλάδα μεθοδικά το δόλιο μύθευμα ότι «η Δημοκρατία δεν γνωρίζει αδιέξοδα». Το μύθευμα ενισχύει την υποβολιμαία ψευδαίσθηση ότι στη χώρα λειτουργεί Δημοκρατία. Και μάλιστα, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, υποδειγματικά!

Η ανίσχυρη, όλο και πιο ισχνή μειονότητα των με σκέψη και κρίση πολιτών, ξέρει ότι η Δημοκρατία είναι άθλημα και σε κάθε άθλημα υπάρχουν επιδόσεις, άρα και ενδεχόμενα αποτυχίας. Είναι σαφώς συνάρτηση η Δημοκρατία τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας, αδύνατο να εφαρμοσθεί από κάφρους έστω και με υψηλούς δείκτες καταναλωτικής ευχέρειας. Αναπόφευκτο λοιπόν το αδιέξοδο της Δημοκρατίας όταν στον πολιτικό στίβο πλεονάσει η αλογία, ο πρωτογονισμός της ιδιοτέλειας. Δεν είναι Δημοκρατία να πιθηκίζουμε θεσμούς που αποτέλεσαν επιτεύγματα του Διαφωτισμού, συντηρώντας το κέλυφος, την επίφαση και διαστρέφοντας τους στόχους. Δεν είναι κατάκτηση του Διαφωτισμού ο λαϊκισμός της ισοπέδωσης όλων προς τα κάτω, η δικτατορία της μετριότητας και οι ρεβεράντζες στην αναίδεια της ασημαντότητας. Ναι, σεβασμός και κατοχύρωση των δικαιωμάτων κάθε πολίτη, αλλά η θεσμική εξασφάλιση του σεβασμού και της κατοχύρωσης δεν μπορεί να αυτονομείται από τη λογική της κοινωνικής συνοχής, τον ορθολογισμό των κανονιστικών αρχών που ελέγχουν (και τιμωρούν) την αντικοινωνική συμπεριφορά.

Από καταγωγής του ελλαδικού κρατιδίου και κατ’ εξοχήν μετά τη μεταπολίτευση του 1974, πηγή παρανομίας, φαυλότητας και διαφθοράς, αιτία κοινωνικής υπανάπτυξης, ευτελισμού και διαστροφής των θεσμών της Δημοκρατίας, είναι στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα. Δεν υπάρχει θεσμός ή τρόπος που να υποχρεώνει το αυτοθωρακισμένο στην αυθαιρεσία του σύστημα εξουσίας να τηρεί τους νόμους, να λογοδοτεί στη Δικαιοσύνη, να πειθαρχεί με στοιχειώδη συνέπεια στο «κοινωνικό συμβόλαιο», δηλαδή στο Σύνταγμα. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις της εξουσίας ίσως έχουν θεσμικά προβλεφθεί, αλλά με θεσμούς κατ’ επίφασιν, a priori υπονομευμένους, προορισμένους να μη λειτουργήσουν.

Δεν υπάρχει τρόπος ή δυνατότητα στην Ελλάδα να ελεγχθεί ρεαλιστικά και να τιμωρηθεί έμπρακτα η κλοπή κοινωνικού χρήματος από τους διαχειριστές του κρατικού κορβανά. Να ελεγχθεί και τιμωρηθεί η ραδιοτηλεοπτική ασυδοσία: η πλύση εγκεφάλου των πολιτών από την ιδιοτέλεια κομμάτων και μεγαλεμπόρων, η σκόπιμη παραπλάνηση, η μεθοδική υποβάθμιση της νοημοσύνης, της αισθητικής, της ηθικής ευαισθησίας, του πατριωτισμού. Δεν υπάρχει δυνατότητα στην ελλαδική «Δημοκρατία» να οδηγήσουν οι πολίτες στη Δικαιοσύνη ένα κόμμα που προπαγανδίζει και οργανώνει την κατάλυση της έννομης τάξης, την προγραμματισμένη βία, τις απόπειρες δολοφονίας από πρόθεση ένστολων κοινωνικών λειτουργών. Να εγκαλέσουν οι πολίτες, κάποιοι πολίτες, ενώπιον δικαστηρίου (και όχι περιμένοντας τις οψέποτε φαλκιδευμένες από τους «επικοινωνιολόγους» εκλογές) μια κυβέρνηση ή ένα κόμμα που εγκληματεί ανήκεστα στη διαχείριση συνόρων και κοιτίδων του Ελληνισμού, που κατασυκοφαντεί την Ιστορία στη συνείδηση της νέας γενιάς των Ελλήνων, που ασκεί πολιτική καθ’ υπαγόρευσιν αλλότριων συμφερόντων – αποκλείεται να εγκαλέσει ο πολίτης πολιτικούς για «προδοσία» όπως το Σύνταγμα την προβλέπει.

Τριάντα χρόνια τώρα καλλιεργείται το δόλιο μύθευμα ότι, επιτέλους, έχει παγιωθεί στη χώρα η Δημοκρατία, ο λαός εκλέγει τους διαχειριστές της εξουσίας, δεν κινδυνεύει από τη φιλοπάτριδα αυθαιρεσία οποιουδήποτε συνταγματάρχη ή λοχία. Όμως, κάποιων πολιτών τα μάτια κάποτε ανοίγουν, ξεθολώνουν, οσφραίνονται οι πολίτες το δόλιο μύθευμα. Πρέπει να είναι κανείς μειωμένης νοημοσύνης ή ψυχανώμαλα φανατισμένος για να μην αντιλαμβάνεται ότι παγιωμένη τώρα είναι η αυθαιρεσία, επαγγελματικά ιδιοτελής και καθόλου φιλόπατρις. Ότι ζούμε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα ένα κατεστημένο διαρκές πραξικόπημα, που ακυρώνει στην πραγματικότητα το Σύνταγμα «ερμηνεύοντάς» το με νόμους αναιρετικούς των στόχων και της λογικής του.

Εξόφθαλμη πραγματικότητα, αδιόρατη από τα ευνουχισμένα παράγωγα της υποβαθμισμένης παιδείας και του ραδιοτηλεοπτικού κρετινισμού: το πολίτευμα στην Ελλάδα είναι ολοκληρωτικού χαρακτήρα φεουδαρχία, τα δήθεν «κόμματα» είναι φέουδα που μεταβιβάζονται κληρονομικά, ο εκάστοτε φεουδάρχης είναι απόλυτος μονάρχης, οικογένειες «βαρόνων» ραδιουργούν στην «αυλή» του και ελέγχονται με παροχές. Κάθε αξίωμα πηγάζει από τον φεουδάρχη, την ανεξέλεγκτη βούλησή του – κάθε θώκος υπουργού, βουλευτή, δήμαρχου, νομάρχη, κρατικού τιμαριούχου. Πιόνια οι βουλευτές, points στο προσωποπαγές παιχνίδι του φεουδάρχη, και το παιχνίδι «στημένο» από έμπειρους μαγείρους εκλογικών νόμων, με τον λαό κομπάρσο.

Οπτική συγκεφαλαίωση του αδιεξόδου της «δημοκρατίας» οι έξι θλιβερές προσωποποιήσεις της ασημαντότητας στο προεκλογικό «ντιμπέιτ»: συντριπτικά υποδεέστεροι οι ερωτώμενοι από τους ερωτώντες, οι δημοσιογράφοι ήξεραν τι ρωτάνε, οι «αρχηγοί» ούτε που καταλάβαιναν πόσο αυτοδιασύρονται με τα άλλα αντ’ άλλων που απαντούσαν. Θλιβερά έκγονα της μεταπολίτευσης, όλοι φορείς του κενού, της απουσίας κάθε «νοήματος», στόχου ή άξονα της κοινωνικής συνύπαρξης και συνοχής, βλαστήματα της αναξιοκρατίας, της οικογενειοκρατίας, της ηγεμονίας των «επικοινωνιολόγων». Ολοι βοσκηματωδώς αδιάφοροι για την ποιότητα ζωής που εγγυάται η «ευγένεια» καταγωγής, δηλαδή η Ιστορία και ο πολιτισμός ως κατά κεφαλήν καλλιέργεια. Να μην σπιθίζει τίποτα, ούτε ένα λεκτικό επιτέλους εύρημα, ούτε ένα ευφάνταστο πρόταγμα.

Τον ένα, τον καινοφανή, τον ανέβασε στο πάλκο των «αρχηγών» η επιπόλαιη αγανάκτηση των ψηφοφόρων για τα μεγάλα κόμματα, στις ευρωεκλογές. Και ο θλιβερός εισέπραξε τη συγκυρία σαν λαϊκή συγκατάθεση να πρακτορεύει το κόμμα του τη διαστροφή της Ιστορίας και ο ίδιος να μας εμπαίζει αποφαινόμενος ότι «άλλο η πολιτική, άλλο οι περί Ιστορίας απόψεις»!

Δίπλα του ο δεξιοτέχνης του λαϊκισμού, ικανός να «αξιοποιεί» πολιτικά το κοινωνικό περιθώριο: τη διαστροφή της ελληνικής πρότασης πολιτισμού σε επαρχιώτικο εθνικισμό και του εκκλησιαστικού γεγονότος σε θρησκευτικό ιδεολόγημα. Ευτυχώς η αλίευση στελεχών από τηλεοπτικές ζώνες ντροπής και οι αδαήμονες δηλώσεις του περί «εκκλησιαστικής περιουσίας» αποκάλυψαν την πραγματική εικόνα του ανδρός.

Παραδίπλα η μουσειακή «θεούσα» του παλαιού πολιτικού ημερολογίου, κολλημένη στο αναμηρύκασμα του σταλινικού της οράματος, έρμαιο της συνδικαλισμένης ιδιοτέλειας. Εθαβε, ως παρουσία και μόνο, κάθε ελπίδα να αρθρωθεί στον τόπο μας αριστερός λόγος, τίμια και μαχητικά κοινωνιοκεντρικός.

Ανάλογης συντήρησης φιγούρα και ο γηραιόγλωσσος νεανίας, ηγέτης των «ανανεωτικών» αγκυλώσεων του συνασπισμένου, τάχα και αριστερού, καριερισμού. Καταλύτης σήμερα ο νεανίας, ευτυχώς, διάλυσης της καλοστημένης φενάκης και της τριαντάχρονης ιδεολογικής τρομοκρατίας που άσκησε και ασκεί η φενάκη.

Συμπληρωνόταν ο θίασος στο πάλκο από τους γνωστούς κορυφαίους του εμπαιγμού μας: Εναν πρωθυπουργό που μας ζητάει, δίχως ντροπή, την ευκαιρία, λέει, να πραγματοποιήσει τα όσα, επί πέντε χρόνια, βαρέθηκε, αμέλησε ή στάθηκε εξευτελιστικά ανίκανος να προσπαθήσει. Και από το πολιτικό του έκγονο, τον αντίπαλο που ο ίδιος ανάστησε εκ νεκρών και τον έφτασε να διεκδικεί τώρα την πρωθυπουργική μοναρχία – φτωχοπροδρομικό μουστακάκι κάτω από ανύπαρκτο βλέμμα, δίχως διόλου ντροπή, να εκθέτει σε κοινή θέα την ασημαντότητα των επαγγελιών του και της παρουσίας του. Ποτέ, μα ποτέ άλλοτε το αδιέξοδο της δημοκρατίας δεν ήταν στην Ελλάδα τόσο στεγανό.

Η ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Καθημερινή 11 -10- 2009

Tου Χρηστου Γιανναρά

Γιατί η αποσιώπηση των «εθνικών θεμάτων»

Eρώτημα δημοσκοπικής περιέργειας (δηλαδή ανάγκης για ρεαλισμό ατομικού και συλλογικού προσανατολισμού):

Ποιο ποσοστό ψηφοφόρων στην Ελλάδα σήμερα επηρεάζεται στην εκλογική του προτίμηση από τη στάση των κομμάτων στα λεγόμενα «εθνικά θέματα»; Πόσες ψήφους έχασε ο αρχηγός του σοσιαλεπώνυμου «κινήματος», επειδή, πριν από πέντε χρόνια, υπεράσπισε και προπαγάνδισε το «Σχέδιο Ανάν»; Πόσες ψήφους έχασε ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, επειδή βουβός, άτολμος και άνευ όρων, υπέγραψε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση; Πόσοι από τους πολίτες του ελλαδικού κράτους έχουν υποψιαστεί ότι η υπερψήφιση της Πλεκτάνης Ανάν θα σήμαινε για τον Ελληνισμό μια δεύτερη, αυτοπροαίρετη Μικρασία στην Κύπρο; Πόσοι καταλαβαίνουν ότι η στιγμή που κρινόταν η (πολυπόθητη για τον Ερντογάν) έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ήταν και μοναδική δυνατότητα να απαιτήσει η Ελλάδα, από θέσεως ισχύος, την άρση του casus belli και τη δέσμευση της Τουρκίας για σεβασμό των ελληνικών συνόρων στη θάλασσα, στον αέρα, στην ξηρά;

Τα κόμματα μάλλον θα έχουν δημοσκοπικά τεκμηριωμένες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Αλλιώς δεν εξηγείται η προκλητική αποσιώπηση των «εθνικών θεμάτων» στην προεκλογική ρητορεία και συνθηματολογία (όσες αναφορές υπήρξαν ήταν περιθωριακές, αφορούσαν διαχειριστικά παραπτώματα). Τα κομματικά επιτελεία έχουν τη σιγουριά πως, αν αύριο, σε μια «ειρηνική διευθέτηση» υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ, ο Ελληνισμός παραιτηθεί από κάθε αξίωση (δικαιωμένη με δεκάδες αποφάσεις του ΟΗΕ), στην πανάρχαια ελληνίδα γη της βόρειας Κύπρου, αν δεχθεί μοιρασιά του Αιγαίου και της δυτικής Θράκης, η εκλογική συμπεριφορά των ελλαδιτών ψηφοφόρων δεν πρόκειται να αλλάξει, οι κομματικές προτιμήσεις δεν θα μεταβληθούν.

Γενική εντύπωση είναι ότι τα «εθνικά θέματα» οπωσδήποτε συγκινούν μεγάλη μερίδα (ίσως την πλειοψηφία) του πληθυσμού. Αλλά μέχρις εκεί. Η συγκίνηση είναι μόνο συναισθηματική, επιδερμική, δίχως συνέπειες στην πολιτική συμπεριφορά. Τα πρόσωπα που θα επωμισθούν ό,τι το Σύνταγμα αποκαλεί «έσχατη προδοσία», θα επανεκλεγούν με κάθε άνεση στο ελλαδικό Κοινοβούλιο.

Μια σοβαρή δημοσκόπηση θα μπορούσε να διερευνήσει, ώς πού φθάνουν τα όρια της συναισθηματικής ευαισθησίας των ελλαδιτών ψηφοφόρων, πότε ο ενδοτισμός ή η πρακτόρευση ξένων συμφερόντων θα ξεπερνούσαν τα όρια της ανοχής των ψηφοφόρων. Αν, λ.χ., η παραχώρηση του Καστελλόριζου, της Λήμνου, της Μυτιλήνης θα είχε ως αντάλλαγμα να ρεύσουν θαυμαστά «πακέτα» οικονομικών παροχών, τι θα προέκριναν οι ελλαδίτες ψηφοφόροι; Αν, τελικά, είχε να επιλέξει ο Ελλαδίτης ανάμεσα στην ελευθερία με πόλεμο ή στην «ειρήνη» (γράφε: καταναλωτική πλησμονή) με δουλεία, τι θα αποφάσιζε μόνος, μυστικά, πίσω από το παραβάν;

Στην τελευταία προεκλογική περίοδο οι υποψήφιοι πρωθυπουργοί μας μιλούσαν μόνο και αποκλειστικά για λεφτά, μόνο για οικονομία, δηλαδή, όπως μιλάει το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, ωσάν οι άνθρωποι να είμαστε βουλιμικά ανδράποδα και οι ορίζοντες της ζωής μας να τελειώνουν στο πορτοφόλι. Μήπως κάτι ξέρουν οι πολιτικοί μας αφεντάδες, που οι δημοσκοπήσεις το αποκρύβουν από εμάς, την πλεμπάγια; Χρόνια τώρα τους ακούμε να αναμηρυκάζουν μηχανικά ότι «δεν αμφισβητούμε τον πατριωτισμό κανενός». Αλλά ούτε και διανοούνται να μας εξηγήσουν: τι διαφέρει σήμερα ο πατριωτισμός από την άλογη προσκόλληση του «φίλαθλου» κρετίνου σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, κερδοσκοπική ΠΑΕ.

Πατρίδα ονόμαζαν κάποτε οι άνθρωποι τη γη (το χώμα και το τοπίο) όπου γεννήθηκαν, εντάχθηκαν σε οικογένεια και σε κοινότητα, πήγαν σχολειό, έζησαν την εκκλησιά, δηλαδή τη Γιορτή, ψηλάφησαν αισθητά την Ιστορία, άσκησαν τον δημιουργικό τους μόχθο, έθαψαν αγαπημένους νεκρούς. Σήμερα αυτή η πατρίδα δεν υπάρχει, μια τίμια και ευφυής δημοσκόπηση θα το πιστοποιούσε άμεσα. Για τα εννέα δέκατα του πληθυσμού που ζουν στις πανομοιότυπες, απρόσωπες, τάχα και πόλεις του ελλαδικού οικιστικού πρωτογονισμού, η ελληνικότητα είναι κρατική υπηκοότητα, τίποτε άλλο. Σώζεται ακόμα ένα φθίνον γλωσσικό ιδίωμα, μια ρητορική και ευτελισμένη «εθνική ιδεολογία», κάποιο φολκ-λορ γραφικών ιδιαιτεροτήτων.

Το κυριότερο, όμως, είναι ότι η ελληνική κρατική υπηκοότητα σήμερα βιώνεται σαν μοιραία, εκ γενετής αναπηρία. Το ελληνώνυμο κράτος προξενεί στους πολίτες του, ακατάπαυστα, οργή, ντροπή, αηδία, πνιγμό. Το διαφεντεύουν μαφίες ασύδοτων συμφερόντων με προσχηματικές ετικέτες κομμάτων, συνδικάτων, δημόσιων οργανισμών, ιδρυμάτων κοινής ωφέλειας. Κράτος τύραννος του πολίτη, βασανιστής, όχι υπηρέτης του, όπως θα όφειλε. Το ενδεχόμενο νοσηλείας σε νοσοκομείο, εφιάλτης. Το σχολειό και το πανεπιστήμιο των παιδιών του, σε παρακμιακή αθλιότητα αγιάτρευτη. Η αγορά όπου θα παλαίψει για το ψωμί του, αρένα ληστρικής κερδοσκοπίας. Η δημοσιοϋπαλληλία εκβιάζει γκανγκστερικά για να «λαδωθεί». Ολα, τα πάντα, κάνουν τον πολίτη να νιώθει αντίπαλος με τον τόπο του, αντίδικος με την «πατρίδα» του.

Να τολμούσε κάποια δημοσκόπηση το ανυπόφορο ερώτημα: Με ποια λογική να υπερασπίσει ο Ελλαδίτης αυτό το γελοίο κράτος, αν χρειαστεί; Να πολεμήσει, να διακινδυνεύσει τη ζωή του, για να υπερασπίσει τι; Τη γλώσσα, που πρώτοι οι άρχοντες την ατιμάζουν ατιμώρητα και την καταστρέφουν μεθοδικά με τις εκπαιδευτικές τους «μεταρρυθμίσεις»; Την Ιστορία και τον πολιτισμό των προγόνων που επίσημα οι πρακτορίσκοι κατασυκοφαντούν στα σχολικά βιβλία; Το κάλλος της γης, που λιμασμένοι για εύκολο πλούτο κρατικοί «λειτουργοί» το παραδίδουν σε εμπρηστές οικοπεδοφάγους και σε βάνδαλους τουριστικούς ατζέντηδες; Τι το ελληνικό να υπερασπίσει ο «έλλην υπήκοος» σήμερα ρισκάροντας τη ζωή του; Αυτή τη δημοσκόπηση θα έπρεπε να την έχουν προ πολλού παραγγείλει οι αξιωματούχοι της Εθνικής Αμυνας.

Το ερώτημα στην αρχή της επιφυλλίδας ήταν ρητορικό. Οι εκλογές στις 4 Οκτωβρίου 2009 απέδειξαν περίτρανα ότι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» είναι το τελευταίο που απασχολεί τον ελλαδίτη ψηφοφόρο μπροστά στην κάλπη. ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ δικαιώθηκαν θριαμβικά: οι ορίζοντες ζωής για την ελλαδική κοινωνία σήμερα τελειώνουν στο πορτοφόλι. Το κόμμα, που επίσημο όραμά του είναι ο Σταλινισμός, καταξιώθηκε ως τρίτη πολιτική δύναμη στη Βουλή, και το κόμμα που επίσης επίσημα προπαγανδίζει και οργανώνει την κατάλυση της έννομης τάξης, βραβεύτηκε με δεκατρείς έδρες, παρά τα καραγκιοζιλίκια της φτήνιας των διαπληκτισμών στο εσωτερικό του.

Με το ανυπόκριτο της αφέλειας που χαρακτηρίζει την αμερικανική νοοτροπία, η Ουάσιγκτον έσπευσε να εκφράσει τη χαρά της για το εκλογικό αποτέλεσμα. Πραγματικά, ήταν θρίαμβος να κατορθωθεί η μεταστροφή μιας τόσο εντυπωσιακής πλειοψηφίας, με προκλητική την απουσία στοιχειωδών έστω ερεισμάτων λογικής, επιχειρημάτων και εγγυήσεων σοβαρότητας. Σε κοινωνίες με πολύ χαμηλή στάθμη κατά κεφαλήν καλλιέργειας πρέπει να είναι πολύ εύκολη η χειραγώγηση των ενορμήσεων της μάζας.

Το θετικότερο που προκύπτει από αυτές τις εκλογές, είναι η ελπίδα να διαλυθεί πια τελεσίδικα το ασπόνδυλο, δίχως πίστη και στόχους κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται έναν ριζικά διαφορετικό εκφραστή της θέλησής της να ξαναβρεί τον δυναμισμό και την αρχοντιά του ονόματός της: Να ξαναστήσει κράτος λειτουργικό, να κερδίσει ποιότητα ζωής και διεθνή αξιοπρέπεια αξιοποιώντας την ετερότητα της πρότασης πολιτισμού που κομίζει.

ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ;

Καθημερινή 18 Οκτωβρίου 2009

Tου Χρηστου Γιανναρα

Ο δημόσιος λόγος, για να είναι συνεπής στην ευθύνη και στην τιμή να είναι δημόσιος, οφείλει να είναι ειλικρινής άνευ όρων. Η ειλικρίνεια δεν εξασφαλίζει οπωσδήποτε αλάθητες εκτιμήσεις, άπταιστα ορθολογικά συμπεράσματα, άσφαλτες προβλέψεις. Εξ ορισμού, όμως, είναι ανυπότακτη σε σκοπιμότητες, ακόμα και στη «φιλάνθρωπη» σκοπιμότητα της αισιοδοξίας.

Η ειλικρίνεια, λοιπόν, επιβάλλει να κατατεθεί όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα, η δυσάρεστη διάγνωση: Ο νέος πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του δείχνουν αφετηριακά παγιδευμένοι σε κάποιες, ίδιες ακριβώς, από τις προδιαγραφές αποτυχίας που οδήγησαν σε παταγώδη συντριβή τους προκατόχους τους.

Εχουν διαχειριστική εκδοχή της πολιτικής, οι επαγγελίες τους και τα πρώτα δείγματα πρωτοβουλιών τους κραυγάζουν πολιτική αγκυλωμένη στη λογική των «βελτιώσεων». Μπορεί οι «βελτιώσεις» να επιδιώκονται με αγνές προθέσεις, με ανιδιοτέλεια και όχι για εντυπωσιασμό. Δεν παύουν να είναι λαθεμένη πολιτική στην περίπτωση του ελλαδικού κράτους σήμερα. Το ελλαδικό κράτος, στο σημείο που έχει φτάσει, ή ανατάσσεται, μεταρρυθμίζεται στις πολύ βασικές του δομές και λειτουργίες, ή συνεχίζει να καταρρέει αδυσώπητα – δεν «βελτιώνεται».

Υπάρχει η διαχειριστική λογική, η πολιτική των αποσπασματικών «βελτιώσεων» και (στους αντίποδες) η επιτελική λογική, η πολιτική που τολμάει καίριες μεταρρυθμιστικές τομές. Η πρώτη περισπάται στα επιμέρους και ακυρώνεται από την κατεστημένη δυσλειτουργία του όλου. Η δεύτερη βασίζεται στην οξυδέρκεια, ζητάει να διακρίνει εκείνους τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν τους όρους λειτουργίας του όλου – παράγοντες ή άξονες θεσμικούς που αν η λειτουργία τους αναταχθεί, οι επιμέρους «βελτιώσεις» επέρχονται ως αυτονόητες, σχεδόν αυτοματικές.

Για την επιτελική λογική οι βασικοί παράγοντες ή θεσμικοί άξονες λειτουργίας του κράτους και ευρύτερα της κοινωνίας, δεν είναι κάποιες σταθερά προκαθορισμένες υπηρεσίες (το Γενικό Λογιστήριο, λ. χ. ή όποιο συντονιστικό υπουργείο). Είναι εκείνοι οι θεσμοί ή παράγοντες που προσφέρονται για να ενσαρκώσουν όσους στόχους θέλει να υπηρετήσει μια κυβέρνηση – οι στόχοι υπαγορεύουν το τι και το πώς των μεταρρυθμίσεων, όχι η διαβάθμιση χρησιμότητας των θεσμών. Επιτελική είναι η πολιτική λογική που ξέρει να θέτει στόχους και να προσαρμόζει τη λειτουργία του κράτους (και των κοινωνικών θεσμών) στις απαιτήσεις των στόχων.

Επιτελική πολιτική λογική στην Ελλάδα, μετά τον Ιωάννη Μεταξά, είχε μόνο ο Ανδρέας Παπανδρέου. Προανάγγειλε ξεκάθαρο στόχο: Να πραγματοποιήσει «κοινωνικό μετασχηματισμό», δηλαδή να καταστήσει πλειοψηφικό ρεύμα στην ελλαδική κοινωνία τους «απελεύθερους» από συντηρητικές προκαταλήψεις και ηθικές αναστολές, που θα ψηφίζουν πια ισόβια με φανατισμό τον «ελευθερωτή» τους.

Αυτός ήταν ο στόχος που έπρεπε να σαρκωθεί σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις με οποιοδήποτε κόστος. Να εμφανιστεί η ψηφοθηρική «απελευθέρωση» σαν «δημοκρατική κατάκτηση». Πρώτο θεσμικό μέτρο, δαιμονικής ευφυΐας και αποτελεσματικότητας: η κατάργηση κάθε ιεραρχικής διαβάθμισης των λειτουργών του κράτους – οι δημόσιοι υπάλληλοι να διαφοροποιούνται μόνο μισθολογικά και μόνο με βάση τα χρόνια υπηρεσίας, όχι την ικανότητα, την εργατικότητα, τη δημιουργική φαντασία. Δεύτερο, επομένως, θεσμικό μέτρο, η κατάργηση κάθε εποπτείας, ελέγχου και αξιολόγησης, κάθε διάκρισης ποιοτήτων, κάθε κινήτρων δημιουργικότητας.

Προκειμένου να εμπεδωθεί συνολικά στην κοινωνία ο «μετασχηματισμός» της «δημοκρατικής» ισοπέδωσης και η αφοσίωση των «απελεύθερων», έπρεπε να περάσει οπωσδήποτε και στα σχολειά – είναι ο αποτελεσματικότερος δίαυλος για την επιβολή μιας αλλαγής. Τρίτο, λοιπόν, θεσμικό μέτρο: καταργήθηκε, εκτός από την ιεραρχική διαβάθμιση και την κριτική αξιολόγηση των διδασκόντων και κάθε έλεγχος επίδοσης των μαθητών («κάτω τα αιματοβαμμένα γραφτά», τα διορθωμένα από τον δάσκαλο με κόκκινο μολύβι), αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να απορριφθεί μαθητής και να επαναλάβει την τάξη, επομένως έχασε κάθε νόημα και ο θεσμός των «μετεξεταστέων», χάθηκαν από την εκπαίδευση ακόμη και οι λέξεις «αριστεία», «άμιλλα», «βράβευση».

Το παράδειγμα είναι ελάχιστο και εκτίθεται εδώ τηλεγραφικά (θα μπορούσε να συνοδευθεί από άπειρα παρόμοια του παπανδρεϊκού «μετασχηματισμού»). Αλλά είναι και άκρως αντιπροσωπευτικό της επιτελικής λογικής που προτάσσει τους στόχους (έστω δαιμονικά ηροστράτειους) και μεταρρυθμίζει τους θεσμούς για να πετύχει τη στόχευση.

Ο Κ. Μητσοτάκης, ο Κ. Σημίτης, ο Κ. Καραμανλής ο «βραχύς» νόμισαν ότι μπορούν να αναιρέσουν τα επιτεύγματα της επιτελικής λογικής και των μεταρρυθμιστικών τομών του Α. Γ. Παπανδρέου με τη λογική των «βελτιώσεων». Κατέρρευσαν και οι τρεις με το στίγμα της αποτυχίας, της ντροπής. Τώρα και ο Γ. Α. Παπανδρέου μοιάζει να μην διδάχθηκε τίποτε από την εξευτελιστική συμφορά τους. Εμφανίζεται και αυτός να θέλει να πετύχει πάταξη της φοροδιαφυγής, ανάκαμψη της παραγωγικότητας, δημιουργική επανενεργοποίηση της λειτουργίας του κράτους χωρίς να παραιτηθεί από τους στόχους του Ηρόστρατου πατέρα του και τις κατεστημένες πια θεσμικές ενσαρκώσεις αυτών των στόχων.

Δεύτερη προδιαγραφή αποτυχίας στην οποία μοιάζει παγιδευμένος ο ανερμήνευτα ευνοημένος από τις «συγκυρίες» νέος πρωθυπουργός, είναι η έκδηλη ψευδαίσθησή του ότι ο λαός τον έκρινε άξιο, ενδεδειγμένο, ικανό για το αξίωμα. Δεν μπορεί να δει ότι στην εξουσία τον έφερε ο θυμός του λαού, η οργή για την απίστευτη ανικανότητα του αντιπάλου του – όχι η εκτίμηση του λαού, όχι η αναγνώριση δικών του πλεονεκτημάτων. Οι τελευταίες εκλογές ήταν τυφλή έκρηξη θυμού, μαζί και συνετός τρόμος για το ενδεχόμενο ακυβερνησίας της χώρας σε συνθήκες καταβαραθρωμένης οικονομίας. Οσος θυμός αρνήθηκε να επιστρέψει «επί το ίδιον εξέραμα», να ξαναψηφίσει ΠΑΣΟΚ ή Ν. Δ., πρόσφερε, το ίδιο τυφλά, είσοδο στη Βουλή στην κωμικά «συνασπισμένη» καπηλεία της Αριστεράς.

Το 2004, την ίδια ψευδαίσθηση ότι είναι ο εκλεκτός του λαού (και όχι ο ευνοημένος της λαϊκής οργής για τον Σημίτη) είχε και ο κατισχυμένος σήμερα προκάτοχος της πρωθυπουργίας. Ωσάν ο λαός να μην είχε πιστοποιήσει ότι είκοσι χρόνια το κόμμα του και εφτά χρόνια ο ίδιος σαν αρχηγός είχαν αποδειχθεί ανύπαρκτοι πολιτικά, δίχως πρόταση, δίχως στόχους άλλους από τη μίμηση του ανδρεϊκού αμοραλισμού (και όχι βέβαια της επιτελικής λογικής του). Δυστυχώς και όσοι φιλοδοξούν τώρα να τον διαδεχθούν, είναι το ίδιο εγκληματικά ανυποψίαστοι.

Υπάρχει στα πρώτα ενεργήματα του νέου πρωθυπουργού μια ένδειξη επιτελικής λογικής (μοιάζει «άνωθεν» υπαγορευμένη): Η ανάληψη από τον ίδιο του υπουργείου Εξωτερικών, με αναπληρωτή υπουργό όχι απλό υποστηρικτή της Πλεκτάνης Ανάν, αλλά ίσως έναν από τους συντάκτες του νομικού αυτού τερατουργήματος. Αυτή η απροκάλυπτη πρόκληση, σχεδόν ιταμή, σε συνδυασμό με την πλήρη αποσιώπηση των «εθνικών θεμάτων» από τον πρωθυπουργό στην προεκλογική περίοδο και μαζί με την απροειδοποίητη κατάργηση των υπουργείων Μακεδονίας - Θράκης και Αιγαίου, μοιάζει να σηματοδοτούν επιτελική αλλαγή κεντρικού στόχου και προσανατολισμού του ελλαδικού κρατιδίου στη διαχείριση της αυτονομίας του, των συνόρων του, της ιστορικής του συνείδησης.

Αν είναι έτσι, πρέπει να περιμένουμε «απόλυση» Κάρολου Παπούλια, ταχύτατο, άνευ όρων κλείσιμο του Κυπριακού και του Σκοπιανού, μοιρασιά του Αιγαίου.

ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ ΧΡΟΝΙΑ Η ΝΔ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 25 Οκτωβρίου 2009

Tου Χρηστου Γιανναρα

Δήλωσαν από μόνοι τους υποψήφιοι για την αρχηγία. Του κόμματος που με θυμό συνέτριψε η λαϊκή ψήφος. Και γελοιοποίησαν το εξουθενωμένο κόμμα συζητώντας, με συντελεσμένη την κατάρρευση, ένα και μοναδικό πρόβλημα: Τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση του αριθμού των εκλεκτόρων τους!

Προφανή τα κίνητρα: Οσο πιο μειονεκτική είναι μια υποψηφιότητα (σε φυσικά προσόντα και σε πολιτική σοβαρότητα) τόσο πιο πεισματική η απαίτηση πολλαπλασιασμού των εκλεκτόρων. Ξέρουν οι αυθυποψήφιοι ότι η ποδοσφαιρόμυαλη μάζα ψηφίζει τους ωραίους, τις χαμογελαστές, τους μπουφόνικους κενολόγους. Σε τέτοιες εκτιμήσεις ελπίζουν.

Η δήλωση που συνόδευε κάθε υποβολή υποψηφιότητας ήταν και μια ωμή περιφρόνηση της νοημοσύνης των πολιτών: Ούτε λέξη για τα αίτια της εκλογικής συντριβής, ούτε ίχνος προβληματισμού για δικές τους ευθύνες. Κι όμως, δεν ήταν οπαδοί στις κερκίδες, ήταν κεντρικοί παίκτες στην αρένα, υπουργοί της κυβέρνησης, φιγουράτα κομματικά στελέχη. Δεν έβλεπαν, λοιπόν, τα μοιραία λάθη, τα αναίσχυντα σκάνδαλα, την εξόφθαλμη ανικανότητα του ηγήτορα;

Ποια ήταν η δική τους κριτική αντίδραση, η τίμια και υπεύθυνη παρέμβασή τους; Αν έχουν ανάστημα που το φαντάζονται ηγετικό, γιατί δεν το ύψωσαν;

Ως την τελευταία στιγμή θριαμβολογούσαν, λιβάνιζαν γλοιωδώς τον αρχηγό, δεν τολμούσαν να ψελλίσουν αντίρρηση, κριτική παρατήρηση, δημιουργική υπόδειξη. Και τώρα διεκδικούν την αρχηγία. Απέκτησαν ξαφνικά, από το τίποτα, ραχοκοκαλιά πολιτικής ευτολμίας; Ασπόνδυλοι χειροκροτητές, ώς μόλις χθες, και θα αντιπολιτευθούν τώρα, με πολιτική φερεγγυότητα και σθένος, τη θριαμβεύουσα σοσιαλεπώνυμη παντοδυναμία; Μα, που να πάρει η ευχή, ακόμα και η πιο αρρωστημένη φιλοδοξία πρέπει να προφασίζεται κάποιον ρεαλισμό.

Δύο από τους αυθυποψήφιους είχαν φτιάξει κάποτε δικά τους κόμματα. Και απέτυχαν μετά πατάγου. Εχουν, λοιπόν, δώσει τις εξετάσεις τους, δοκιμάστηκαν στην πράξη, φάνηκε καθαρά ποιες είναι οι ηγετικές τους ικανότητες. Πώς τολμάνε σήμερα, με τέτοιο βεβαρημένο παρελθόν, να διεκδικούν ασύγκριτα υπέρτερες ηγετικές ευθύνες; Είναι σαν να λένε στους πολίτες: «Είχαμε περίπτερο, το χαντακώσαμε, εμπιστευθείτε μας τώρα να διαχειριστούμε υπεραγορά»!

Οχι λιγότερο προκλητική και η υποψηφιότητα, που τα ηγετικά της προσόντα δοκιμάστηκαν (γυμνώθηκαν ανηλεώς) στον θώκο της δημαρχίας Αθηνών και στην πολιτική ηγεσία της ελλαδικής διπλωματίας. Η περίπτωση τρομάζει περισσότερο από κάθε άλλη, γιατί διαθέτει τους πιο μεθοδικούς, χρόνια τώρα, απίστευτα δικτυωμένους μηχανισμούς ψιμυθίωσης της ασημαντότητας. Η οικογένεια που προωθεί τη συγκεκριμένη υποψηφιότητα, δεν κρύβει τις διασυνδέσεις της με τον αμερικανικό παράγοντα, τις ισχυρές προσβάσεις της στα ΜΜΕ, τις συμμαχίες της με πανίσχυρα κέντρα οικονομικής εξουσίας. Υποψηφιότητα εκκωφαντικής μετριότητας, χωρίς την παραμικρή ποτέ πρωτοτυπία στη σκέψη, καινοτόμο πρωτοβουλία, ευφάνταστο δημιουργικό ενέργημα, κάποιον κάποτε λόγο που να σπιθίζει, να παραπέμπει σε όραμα, σε καίριο πολιτικό στόχο. Και έφτασε να θεωρείται αυτονόητη η υποψηφιότητα αυτής της ένσαρκης πολιτικής ανυπαρξίας, μόνο για το χαμόγελο παντός καιρού που περιφέρει επιτηδευμένα – να προβάλλεται καταιγιστικά σαν «φυσική» (πατρογωνικώ δικαιώματι) ηγέτις κόμματος εξουσίας.

Ισως η υποστήριξη και ο προπαγανδισμός της αλήστου Πλεκτάνης Ανάν να αποδειχθεί τελικά προϋπόθεση ηγετικής σταδιοδρομίας: ανόδου στον θώκο αρχικά του υπουργείου Εξωτερικών, έπειτα στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τελικά στην πρωθυπουργία. Τον δρόμο άνοιξε ο σημερινός πρωθυπουργός. Και στα ίχνη του, η επικρατέστερη για την αρχηγία της Ν.Δ. υποψηφιότητας. Η μεθοδικά αποχαυνωμένη ελλαδική κοινωνία μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται ούτε καν τον βιασμό της.

Είκοσι οχτώ χρόνια τώρα, η Ν.Δ. προσπαθεί να γίνει ΠΑΣΟΚ και δεν τα καταφέρνει, ο ανεκπλήρωτος εκπασοκισμός της καθηλώνει τον πολιτικό και κοινωνικό βίο σε ανυπόφορη πια υπανάπτυξη. Μετά την πανωλεθρία Μητσοτάκη, στην τριετία 1990-1993 και την αυτεξόντωση Κωνσταντίνου Καραμανλή του βραχέος, στην πενταετία 2004-2009, σε αυτό το κόμμα απομένει ένα και μόνο ενδεχόμενο επιβίωσης: Να αποκτήσει δική του πολιτική ταυτότητα, δικούς του κοινωνικούς στόχους. Και ταυτότητα δεν μπορεί να αποκτηθεί με ρητορικές γελοιότητες περί «μεσαίου χώρου», δήθεν προβληματισμούς για «περισσότερο» ή «λιγότερο κράτος», μεγαλύτερη ή μικρότερη εύνοια για την «ιδιωτική πρωτοβουλία».

Δεν είναι οι απόψεις για τη διαχείριση της οικονομίας που θα προσδώσουν πολιτική ραχοκοκαλιά στη Ν.Δ. Είναι η δυνατότητα να πείσει ότι μπορεί να οικοδομήσει μια κοινωνία διαφορετική από αυτήν που διαμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ των Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκη, Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή του βραχέος:

Μια κοινωνία που τις λειτουργικές της ανάγκες και τους στόχους της θα υπηρετεί κρατικός μηχανισμός με θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκάστοτε κομματική κυβέρνηση, συγκροτημένος με αυστηρά αξιοκρατική ιεράρχηση των λειτουργών του, συνεχή έλεγχο της ποιότητας και των ικανοτήτων τους. Να πάψει η δημοσιοϋπαλληλία να είναι το «φιλάνθρωπο» βόλεμα ανθρώπων παραιτημένων από το πείσμα και το όραμα της δημιουργίας, καταφύγιο του κοινωνικού παρασιτισμού, θεσμοποιημένη αμνήστευση των χαραμοφάηδων, των συμπλεγματικών τυραννίσκων, των χρηματιζόμενων εκβιαστών. Να εξαρτηθεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων από τη συνεχή και αδιάβλητη αξιολόγησή τους.

Να πείσει η Ν.Δ. ότι έχει τον ρεαλισμό μεθόδου και στρατηγικής να ελευθερώσει την ελληνική κοινωνία από τον ζυγό της δουλείας στον γκανγκστερικό συνδικαλισμό, να αποτινάξει την τυραννία των συντεχνιακών συμφερόντων, των «απεργιών κοινωνικού κόστους». Να εξαλείψει τον εφιάλτη της αυθαιρεσίας των χρυσοκάνθαρων «εργατοπατέρων», της φασιστικής βίας των καπήλων της Αριστεράς.

Να παρουσιάσει η Ν.Δ. δική της πρόταση για την παιδεία απαλλαγμένη από τη συμπλεγματική υποταγή στον εθνομηδενισμό της «προοδευτικής» ξιπασιάς. Να ξαναστήσει εξ υπαρχής προγράμματα διδακτέας ύλης με προτεραιότητα όχι στο μπούκωμα με «εκσυγχρονισμένη πληροφορία», αλλά στη γλώσσα ως λογική και στα μαθηματικά ως γλώσσα. Να προσφέρει στο παιδί μιαν «επανανακάλυψη» της ελληνικότητας με μίτο τα χνάρια που άφησε στη γλώσσα, στην Τέχνη, στον στοχασμό η Γενιά του ’30.

Να καταστήσει έμπρακτα πρωτεύον πολιτικό πρόβλημα το δημογραφικό. Κατεπείγοντα τον σχεδιασμό κινήτρων για την εξισορρόπηση κατανομής του πληθυσμού στη χώρα – είναι νομοτελειακά καταδικασμένο σε διάλυση ένα κράτος που ο μισός πληθυσμός του βρίσκεται στην πρωτεύουσα. Ρεαλιστική πρόκληση για μια πολιτική ιδιοφυΐα είναι να κάνει την ύπαιθρο ζηλευτή στη νεολαία, δυνατότητα και ευκαιρία για υψηλή ποιότητα ζωής, για ικανοποίηση δημιουργίας.

Η Ν.Δ. δεν θα αποκτήσει ποτέ δική της πολιτική ραχοκοκαλιά και ρεαλιστική ταυτότητα, αν δεν ξεκαθαρίσει η ίδια στον εαυτό της, τι πιστεύει για τον «εμφύλιο»: Ηταν ενοχή και ανεξίτηλη πολιτική μειονεξία ή καύχηση και τίτλος τιμής η αντίσταση στο ζαχαριαδικό πραξικόπημα, στον ένοπλο εξαναγκασμό να προσαρτηθεί και η Ελλάδα στον ολοκληρωτικό σταλινικό «παράδεισο»; Δεν θα ορθοποδήσει ποτέ η Ν.Δ. αν συνεχίσει να μειονεκτεί απροβλημάτιστη απέναντι στον «προοδευτικό» φασισμό καπηλείας των οραμάτων της Αριστεράς.

Και οι τέσσερις αυθυποψήφιοι ηγέτες εγγυώνται την πολιτική και κοινωνική εκπόμπευση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ολοφάνερα.