Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πια, ότι σε όλο το δυτικό κόσμο η μεγάλη μάζα των διανοουμένων είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το κεφάλαιο ή από την εξουσία. Οι μηχανισμοί είναι γνωστότατοι. Η εύνοια, η συμμετοχή σε " ερευνητικά προγράμματα " που συνδέονται με την παραγωγή, η παροχή υπηρεσιών με την τυπική ιδιότητα του συμβούλου, του τεχνοκράτη, του εμπειρογνώμονα ή ακόμα και του «γκουρού», κατέστησαν την διανόηση «επάγγελμα»...».

Κ
. Τσουκαλάς

« It is now an undeniable fact that throughout the western world the intellectuals are strongly dependent on the capital and the «power». The mechanisms are well known. These are the favouritism, the participation in «research projects» associated with the production, the status of consultant, the technocrat, the expert, or even the «gurus».All these have made the intellectuals a professional cast of people in the service of political, economical and social elites.

C. Tsoukalas




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ

Η Γερμανία από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1933, προσπάθησε να αποφύγουν αναταραχή στα Βαλκάνια με την διατήρηση του status-quo, ενώ ταυτόχρονα επεδίωκε να αυξήσει την επιρροή της στις Βαλκανικές πρωτεύουσες. Για την Ελλάδα εδέχετο ότι ανήκε στην Αγγλική σφαίρα επιρροής, γεγονός το οποίο δεν της δημιουργούσε προβλήματα, εφόσον στην Ελλάδα δεν θα υπήρχε παρουσία Αγγλικών στρατευμάτων, τα οποία θα έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια των Ρουμανικών Πετρελαιοπηγών. Εξάλλου το πρωτόκολλο εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας εξασφάλιζε την απρόσκοπτο ροή του Ελληνικού χρωμίου και αλουμινίου, καθώς κι άλλων πρώτων υλών απαραιτήτων για την διατήρηση της πολεμικής ισχύος της Βέρμαχτ. Ο Ιωάννης Μεταξάς παρά τις Βρετανικές πιέσεις, δεν επέτρεψε στις ελάχιστες μοίρες των Βρετανικών αεροπορικών δυνάμεων να επιχειρούν στο πολεμικό μέτωπο της Αλβνίας από τα αεροδρόμια της Μακεδονίας, παρά μόνο από αυτά του Τατοΐου και του Χασανίου (Ελληνικού). Επίσης δεν εδέχθη ολίγον προ του θανάτου του την περιορισμένη στρατιωτική βοήθεια που του πρόσφερε ο Άγγλος στρατηγός Ουέιβελ κατά την επισκεψή του στην Αθήνα από τις 13-15 Ιανουαρίου 1941, καθόσον αυτή όχι μόνο δεν θα βοηθούσε αλλά θα προκαλούσε την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα. Την ίδια εποχή η Βρετανία αδυνατούσε να φέρει εις πέρας τον πόλεμο με την Γερμανία λόγω οικονομικών δυσκολιών. Έπεισε όμως τον πρόεδρο Ρούσβελτ των Η.Π.Α. να φέρει προς ψήφιση στην Γερουσία το σχέδιο νόμου¨Lend-Lease¨ που προέβλεπε ουσιαστική ενίσχυση της πολεμικής μηχανής της Βρετανίας. Η παρουσία των Βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και η βεβαία ήττα τους, θα επηρέαζαν θετικά την Αμερικανική κοινή γνώμη για την ψήφιση του νομοσχεδίου. Mετά τον θάνατο του Μεταξά (στις 31 Ιανουαρίου του 1941), η Ελληνική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κορυζή, έδωσε την συγκατάθεση της για την έλευση των Βρετανικών δυνάμεων στην χώρα μας τον Φεβρουάριο του 1941. Την ίδια στιγμή ο Ρούσβελτ ανεγνώρισε την σημασία της παρουσίας των Βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και τηλεγράφησε στον Τσώρτσιλ: « εκτελέσατε ικανοποιητική εργασία στην Ελλάδα».

Ο Ι. Μεταξάς απεβίωσε από μία μάλλον ασήμαντη φλεγμονή του φάρυγγα η οποία κατέληξε σε «απόστημα παρααμυγδαλικόν που παρουσίασε εν συνεχεία τοξιναιμικά φαινόμενα και επιπλοκάς». Την ίδια ημέρα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Βραδινή η εξής είδηση: «Ο Άγγλος υποστράτηγος Ντ Άλμπιάκ ελθών αεροπορικώς εκ Κρήτης , συνοδεύετο από τον Άγγλο αρχίατρο του Ναυτικού, όστις και έκανε ιδιοχείρως ένεση εις τον ασθενή»….

Κατά την διάρκεια της κατοχής, ο διοικητής Ασφαλείας Αθηνών αστυνόμος Παξινός μετέβη στο Καΐρο. Σε μία δεξίωση, ο Παξινός αποκάλυψε σε ¨Αγγλο διπλωμάτη ότι «εγνώριζε τα πάντα για τον θάνατο του Μεταξά» και ότι έγγραφε ένα βιβλίο για το θέμα αυτό. Ο Άγγλος τον χαιρέτησε και απομακρύνθηκε αμέσως. Ο Παξινός έφυγε αργά από την δεξίωση και την επόμενη μέρα βρέθηκε μαχαιρωμένος στα σοκάκια του Καΐρου. Η Αστυνομία ανακοίνωσε εσπευσμένα και χωρίς δικαστική έρευνα ότι πρώτα ληστεύθηκε και μετά δολοφονήθηκε....

1. Αννίβας Βελίδης, «Κατοχή Γερμανική Πολιτική, Διοίκηση στην Κατεχόμενη Ελλάδα». Αθήνα 2008, Εκδ. Ενάλιος

2. C. Buckley, «Greece and Crete», 1941, σελ. 139.

3. Γ. Νικολούδης, «Κατάσκοποι και Σαμποτέρ στην κατεχόμενη Ελλάδα (1941-1944» Αθήνα 2004, Εκδ. Περισκόπιο.

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ

Στίς 26 Οκτωβρίου του 1912, ο Ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την Θεσσαλονίκη, μετά από επιτυχημένη προέλαση τριών εβδομάδων, που συνεχιζόταν απρόσκοπτη από τις 5 Οκτωβρίου,1912 όταν ο Ελληνικός στρατός με αιχμή του δόρατος το θρυλικό 9ον Σύνταγμα Καλαμών, το 8ον Σπάρτης και το 11ον Τριπόλεως, διέσχισε τα σύνορα της «Ελλάδας της Μελούνας» εισερχόμενο στην Μακεδονία. Το άρτιο επιθετικό σχέδιο του στρατού μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια , εκπονήθηκε από τον Ιωάννη Μεταξά, μέλος του επιτελείου των επιχειρήσεων του Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1913, ο Κωνσταντίνος και το επιτελείο του έφτασαν στο πεδίο των επιχειρήσεων του οχυρού «Μπιζάνι», το οποίο υπήρξε ένα φυσικό απόρθητο φρούριο με οχυρωματικά έργα σε περίμετρο 50 χιλιομέτρων, με χιλιάδες πολυβολεία και εκατοντάδες σταθερές θέσεις πυροβολικού, που υπερασπίζοντο 60000 Τούρκοι. Αμέσως, ο Ιωάννης Μεταξάς συνέταξε ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ το σχέδιο της εκπόρθησης του οχυρού [1]. Βάσει αυτού του σχεδίου, το φοβερό οχυρό Μπιζάνι, που είχε στοιχίσει την ζωή χιλιάδων Ευζόνων μέχρι τότε, έπεσε σε λίγες ώρες μετά την γενική επίθεση του στρατού μας, που άρχισε στις 21 Φεβρουαρίου 1913, με αποτέλεσμα ο Ελληνικός στρατός να απελευθερώσει τα Γιάννενα στις 22 Φεβρουαρίου 1913. Ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε ο οξύτερος νους του Γενικού Επιτελείου Στρατού μέχρι το 1919 που παραιτήθηκε. Όχι μόνο συνέταξε τα σχέδια εκπόρθησης του Μπιζανίου και αργότερα των Βουλγαρικών οχυρών του Κιλκίς και Λαχανά), αλλά προσωπικά συνέταζε τις εκατοντάδες των διαταγών προς τα σώματα, μέχρι το επίπεδο διμοιρίας, μέχρι την παραμικρότερη λεπτομέρεια μη αφήνων τίποτα στην τύχη.

Το 1916 με λεπτομερή αιτιολόγηση, απέτρεψε τον Βενιζέλο από το να αποβιβάσει τον Ελληνικό Στρατό στην Καλλίπολη. Τα αποτελέσματα της εκστρατείας στην Καλλίπολη των στρατευμάτων της Κοινοπολιτείας το 1918, με εισήγηση του Τζώρτζιλ υπουργού του Βρετανικού ναυτικού τότε, και πατέρα της συμμαχικής νίκης αργότερα στον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο, τα γνωρίζουμε…. Ολοκληρωτική καθήλωση, σφαγή και καταστροφή του εκστρατευτικού σώματος από τα τουρκικά πολυβόλα στο σημείο της απόβασης . Προέβλεψε επίσης το ανέφικτο της Μικρασιατικής Εκστρατείας και την επερχόμενη καταστροφή τασσόμενος ανεπιφύλακτα εναντίον της. Μόλις έγινε πρωθυπουργός το 1936, σχεδίασε άμεσα και εκτέλεσε ένα αρτιο σχέδιο ανασυγκρότησης του στρατού, προβλέποντας τον επερχόμενο πόλεμο με την Ιταλία, ούτως ώστε να είναι πανέτοιμος και να μην αιφνιδιασθεί την 28 ην Οκτωβρίου 1940.

Τα γεγονότα των δικαίωσαν, όπως κάποτε θα τον δικαιώσει και η ιστορία!

Ας είναι ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει.

[1] Σπύρου Μελά, «Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913»,ΤΟ ΒΗΜΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Τόμος 3ος, Αθήναι 2009.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΦΑΡΑΚΟΣ:ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ΕΓΩ ΠΑΡΕΥΡΕΘΗΚΑ.ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΜΕΤΑΞΑΣ ΕΚΛΑΙΓΕ ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ

Καθημερινή 28 Οκτωβρίου 2006

Ο ρόλος του Μεταξά στον πόλεμο του ’40

Του Γεωργίου Π. Μαλουχου

Tο καλοκαίρι του 1940 η Γερμανία είχε ήδη καταλάβει περίπου τη μισή Eυρώπη. Στη Pώμη, o Μουσολίνι έβλεπε ότι ο Χίτλερ, παλιός φανατικός θαυμαστής και μαθητής του, έχτιζε τώρα στη θέση του τη φασιστική αυτοκρατορία που εκείνος είχε πρώτος ονειρευτεί. Κι αυτό ήταν ιδιαίτερα επώδυνο για τον Ντούτσε. Το καλοκαίρι του 1940, ο Ιταλός δικτάτορας μπορούσε πια να προβλέψει ότι δεν θα έμεναν και πολλά για τη δική του «νέα ρωμαϊκή αυτοκρατορία». Το μόνο που του έμενε, ήταν να προλάβει ν’ «αρπάξει» ό,τι μπορούσε απ’ τα Βαλκάνια. Eτσι, στις 15 Aυγούστου του 1940, οι Iταλοί τορπιλίζουν την «Eλλη» στην Τήνο. Για την Ελλάδα, εκείνη ήταν η πρώτη ημέρα του πολέμου.

Οι ανταγωνισμοί εντός του Αξονα υπήρξαν καθοριστικοί και για την επίθεση και τη στιγμή στην οποία αυτή εκδηλώθηκε. Οπως προκύπτει από πηγές των ιταλικών επιτελείων και των μυστικών υπηρεσιών της χώρας, οι Ιταλοί θα είχαν αρχίσει τον πόλεμο ήδη από την επομένη του τορπιλισμού της «Ελλης» αν δεν τους είχαν σταματήσει, σχεδόν διατάζοντάς τους, οι Γερμανοί. Αντιθέτως, όμως, ίσως δεν θα είχαν επιλέξει την 28η Οκτωβρίου για την επίθεση, αλλά πιθανότατα θα είχαν καθυστερήσει την επίθεση στην Ελλάδα, αν ο Μουσολίνι δεν είχε γίνει έξαλλος με τον Χίτλερ όταν έμαθε από τις εφημερίδες τη γερμανική εισβολή στη Ρουμανία, που τον φόβισε πως η Ρώμη θα μείνει τελικά δίχως «λάφυρα» πολέμου.

Το δόγμα Βενιζέλου

Στην Αθήνα, ελληνικά επιτελικά κείμενα της εποχής δείχνουν ότι η κύρια στρατηγική απόφαση του Mεταξά ήταν ότι δεν θα έκανε η Eλλάδα την πρώτη πράξη του πολέμου. Ο Μεταξάς είχε σπουδάσει τη στρατιωτική τέχνη στη Γερμανία, χώρα με την οποία είχε στενότατους δεσμούς. Όμως, το γεγονός αυτό δεν θόλωνε την πολιτική του κρίση. Κατ’ ουσίαν, ακολουθούσε πιστά το βασικό δόγμα της εξωτερικής πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου, που ήθελε την Ελλάδα σε συμμαχία με την Αγγλία ως μεγάλη θαλασσοκράτειρα δύναμη της εποχής.

Από την άλλη πλευρά, την ίδια στιγμή, ο Μεταξάς γνώριζε πολύ καλά ότι είτε με νίκη των Ιταλών είτε με ήττα τους, η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο θα κατέβαζε αναγκαστικά γρήγορα και τους Γερμανούς στην Ελλάδα, κάτι που ήθελε πάση θυσία να αποφύγει. Κι αυτό, επειδή ήταν πεπεισμένος ότι η Αγγλία, η μοναδική άλλη χώρα που το καλοκαίρι του ’40 πολεμούσε τον Αξονα, πάλευε με όλη της τη δύναμη για την ίδια την ύπαρξή της και δεν θα ήταν σε θέση να βοηθήσει πραγματικά την Ελλάδα, την οποία ουδέποτε είδε ως κύριο μέτωπο αγώνα. Ετσι, αν και προετοίμαζε στρατιωτικά τη χώρα όσο πιο αποτελεσματικά μπορούσε, ταυτόχρονα, έκανε και ό,τι ήταν δυνατόν για να κρατήσει την ελληνική ουδετερότητα.

«Σιωπηρή επιστράτευση»

Για τις επόμενες 70 ημέρες από τον τορπιλισμό της «Ελλης», επικράτησε η «ηρεμία πριν από την καταιγίδα». Μ’ ένα πρωτοποριακό σύστημα «σιωπηρής επιστράτευσης» με ατομικές προσκλήσεις, ο Μεταξάς πρόλαβε να ετοιμάσει τον στρατό χωρίς να δώσει την αφορμή για πόλεμο. Μέχρι που, τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου, το αυτοκίνητο του Ιταλού πρέσβη έφτασε έξω από το σπίτι του στην Κηφισιά...

Πέρα από την καθαρά στρατιωτική προετοιμασία, ένα εξαιρετικά κρίσιμο θέμα για την αποτελεσματική είσοδο της Eλλάδας στον πόλεμο ήταν η εθνική ομοψυχία. Kι αυτή συνδεόταν άρρηκτα με τη στάση της Aριστεράς. Aπό τη φυλακή, όπου βρισκόταν, ο γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Eλλάδας, Nίκος Zαχαριάδης, με μια ιστορική επιστολή του, χάραξε από την πρώτη στιγμή τη στάση της «πατριωτικής αριστεράς». H συμβολή του αυτή υπήρξε καθοριστική για την ενότητα του ελληνικού λαού και τη νίκη.

Οι νίκες του ελληνικού στρατού οδήγησαν σε μια μοναδικότητα σε όλο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: ο ελληνικός ηρωισμός χαιρετίστηκε επίσημα και από τους δύο μεγάλους ηγέτες των δύο αντιπάλων στρατοπέδων· από τον Tσόρτσιλ στην αγγλική Βουλή και από τον Xίτλερ στο Pάιχσταγκ.

Νίκες μέχρι τέλους

Oμως, αυτή η νίκη των Eλλήνων επί των Iταλών δεν έμελλε να φέρει και τους καρπούς της ελευθερίας. Mέσα σε έξι μήνες από τη μέρα που ο Mεταξάς είπε το «Oχι», οι Γερμανοί εισέβαλαν τελικά στην Eλλάδα. Eτσι, τον Aπρίλιο του 1941, η Eλλάδα ήταν η μοναδική χώρα όχι απλώς στην Eυρώπη αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο που πολεμούσε όχι με μία, αλλά ταυτόχρονα με δύο χώρες του Aξονα. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι, ενώ στις 6 Aπριλίου του 1941 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση στη Mακεδονία, ακόμη και την επόμενη ημέρα, στις 7 Aπριλίου, οι ελληνικές δυνάμεις καταλάμβαναν το «Υψωμα 1.116» και συνελάμβαναν αιχμαλώτους 20 Iταλούς αξιωματικούς και 527 Iταλούς οπλίτες στο αλβανικό μέτωπο...

Τα Ντοκουμέντα του ΣΚΑΪ

Το δίωρο ντοκιμαντέρ των Ντοκουμέντων του ΣΚΑΪ για την 28η Οκτωβρίου και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κατωμερή, προβάλλεται την Κυριακή το βράδυ σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος, στις 11 μ.μ., πραγματεύεται τα γεγονότα από τη βύθιση της Ελλης μέχρι την κήρυξη του πολέμου και το «Οχι» του Ιωάννη Μεταξά. Το δεύτερο μέρος, που προβάλλεται αμέσως μετά, 15 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, πραγματεύεται τα όσα συνέβησαν από τις πρώτες νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού μέχρι τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941 και τη συνθηκολόγηση. Για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ, τα Ντοκουμέντα ταξίδεψαν στην Ιταλία και την Αγγλία, καθώς και στα πεδία των μαχών του ελληνοϊταλικού πολέμου, ενώ προβάλλουν ιδιαίτερα σπάνιο κινηματογραφικό υλικό τόσο από τις πολεμικές επιχειρήσεις όσο και από τις διπλωματικές διεργασίες που προηγήθηκαν του πολέμου στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Αγγλία.

Την πορεία των γεγονότων στους μήνες από τη βύθιση της Ελλης μέχρι και τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, συνθέτουν πολυάριθμες μαρτυρίες βετεράνων αλλά και αμάχων της εποχής, καθώς και αναλύσεις στρατιωτικών, ιστορικών και πολιτικών. Μεταξύ αυτών, η «Κ» δημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από θέσεις που αναπτύσσουν στα Ντοκουμέντα ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού αντιστράτηγος Δημ. Γράψας, ο τέως γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Γρηγόρης Φαράκος, ο Μίκης Θεοδωράκης, που έζησε νεαρός τα γεγονότα στην Τρίπολη και ο δρ Φραντσέσκο Ανγκελόνε από το Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών S. Pio V, της Ρώμης.

Η μυστηριώδης φωτογραφία

Η φωτογραφία αυτή αποτελεί τμήμα ενός σπανιότατου φιλμ το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο των Ντοκουμέντων του ΣΚΑΪ «Από την 4η Αυγούστου στην 28η Οκτωβρίου και το έπος του ’40», την Κυριακή στις 11 το βράδυ. Η φωτογραφία απεικονίζει τον Ιωάννη Μεταξά και τον Ιταλό πρέσβη Εμμανουέλε Γκράτσι, στο σπίτι του πρώτου στην Κηφισιά. Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολλά. Ιστορικοί της περιόδου, που εξέτασαν το φιλμ και τη φωτογραφία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία, θεωρούν ότι πρόκειται πραγματικά για τους Μεταξά και Γκράτσι. Ομως, η εγγονή του Ιωάννη Μεταξά, αρχαιολόγος και ερευνήτρια Ιωάννα Φωκά, θεωρεί ότι πρόκειται για προϊόν μεταγενέστερης δραματοποίησης, με ηθοποιούς. Ωστόσο, το μυστήριο επιτείνεται, καθώς η κ. Φωκά παραδέχεται ότι, χωρίς αμφιβολία, πρόκειται πράγματι για το σπίτι της Κηφισιάς, αλλά δεν γνωρίζει από ποιους, γιατί, πότε και υπό ποίες συνθήκες μια τέτοια δραματοποίηση του «ΟΧΙ» θα μπορούσε να έχει γυριστεί...

Η προέλευση του φιλμ, που προβάλλεται ολόκληρο από τα Ντοκουμέντα και στο οποίο ο Γκράτσι δίνει ένα χαρτί στον Μεταξά και αυτός το διαβάζει σκεπτικός, παραμένει άγνωστη. Σε αυτό περιλαμβάνονται και πλάνα του Μεταξά να εγκαταλείπει το σπίτι και να μπαίνει στο αυτοκίνητό του. Τελικά, τα ενδεχόμενα είναι τα ακόλουθα:

- Πρόκειται πράγματι για δραματοποίηση, που όμως έγινε υπό άγνωστες συνθήκες και με άγνωστους ηθοποιούς που είναι... ίδιοι με τον Μεταξά και τον Γκράτσι και ξεγελούν ακόμα και σήμερα τους πάντες.

- Πρόκειται για πραγματικό φιλμ. Σε αυτή την περίπτωση, που από τους ειδικούς που το εξέτασαν θεωρείται σχεδόν βέβαιη, υπάρχουν πια τρία ενδεχόμενα:

1. Το πιθανότερο είναι ότι το φιλμ γυρίστηκε σε μία από τις (αρκετές) επισκέψεις του Γκράτσι στην Κηφισιά πριν από την 28η Οκτωβρίου, επισκέψεις που καταγράφονται και στο ημερολόγιο του Μεταξά – τότε, όμως, γιατί ο πρωθυπουργός να τον δεχθεί φορώντας τη ρόμπα του;

2. Η σκηνή δραματοποιήθηκε με εντολή του Μεταξά για την Ιστορία μετά την 28η Οκτωβρίου. Αυτό πρέπει να θεωρείται αδύνατον, καθώς θα έπρεπε να είναι παρών και ο Γκράτσι, ο οποίος πάντως έμεινε στην Αθήνα για περίπου ένα μήνα μετά την κήρυξη του πολέμου.

3. Πρόκειται για το ίδιο το βράδυ του «ΟΧΙ», στις 28 Οκτωβρίου 1940. Βέβαια, αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, θα άλλαζε δραματικά τα όσα γνωρίζουμε για το σημαντικότερο βράδυ της ελληνικής Ιστορίας του 20ού αιώνα.

Αντιστράτηγος Δημήτριος Γράψας *

Η Ελλάδα, εκείνη την περίοδο, πολεμούσε μόνη, χωρίς συμμάχους

«...Η Ελλάδα εκείνη την περίοδο πολεμούσε μόνη, χωρίς συμμάχους. Οι Βρετανοί έβλεπαν ως πιο στρατηγικό χώρο την Τουρκία και λιγότερο τον χώρο της Ελλάδος, τον οποίο αντιμετώπιζαν κυρίως ως αντιπερισπασμό ως προς τις επιχειρήσεις στη Βόρειο Αφρική. Γι’ αυτό και το 1939, είχαν υπογράψει με την Τουρκία το σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας. Βέβαια, με την εξέλιξη των γεγονότων, οι νίκες των Ελλήνων άρχισαν να επηρεάζουν στρατιωτικά την περιοχή. Και θα μπορούσα να πω, όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και ηθικά, διότι ήταν η πρώτη χώρα –και μάλιστα μικρή χώρα–, η οποία επέφερε νικηφόρο πλήγμα στον Αξονα και με αυτές τις νίκες της έδινε στους λαούς, στους χειμαζόμενους τότε κατεκτημένους λαούς από τον Αξονα μια νέα ελπίδα ότι ο αγώνας θα μπορούσε να είναι νικηφόρος. Ετσι και η Βρετανία άρχισε να βλέπει αυτό το μέτωπο με άλλο μάτι και προσπάθησε να το ενισχύσει...

...Το ΓΕΣ, αφού αντελήφθη ότι ο αγώνας στον παραλιακό τομέα δεν είχε αποτελέσματα για τους εχθρούς και ότι ο κίνδυνος προερχόταν από τη δευτερεύουσα προσπάθεια, συγκέντρωσε δυνάμεις με τις οποίες έπληξε την ιταλική μεραρχία Τζούλια στο πλευρό, με αποτέλεσμα να την καταστρέψει και να την αναγκάσει σε υποχώρηση. Ηταν ένας στρατηγικός αλλά και επιχειρησιακός ελιγμός, αφού με πολύ λιγότερες δυνάμεις και μέσα κατάφερε να διατηρήσει το μέτωπο Ελαίας - Καλαμά, αλλά και στη συνέχεια να προβεί σε ένα νικηφόρο αγώνα. Σημαντικό ρόλο στον αγώνα αυτό, μπορούμε να πούμε ότι έπαιξε η απόφαση του στρατηγού Κατσιμήτρου, διοικητού της 8ης Μεραρχίας πεζικού, ο οποίος επέμενε και έδωσε τον αγώνα σε αυτή τη γραμμή...

...Πιστεύω ότι ο λόγος της ήττας των Ιταλών ήταν η κακή εκτίμηση που είχαν για τις δυνατότητες του ελληνικού στρατού, η κακή εκτίμηση που είχαν για τη θέληση του ελληνικού στρατού, του ελληνικού έθνους να πολεμήσει. Είχαν προετοιμαστεί περισσότερο για ένα στρατιωτικό περίπατο, παρά για να δώσουνε σημαντικές, σκληρές μάχες, φονικές μάχες όπως αυτές που διεξήχθησαν στο μέτωπο της Βόρειας Ηπείρου...»

* Ο αντιστράτηγος Δημήτριος Γράψας είναι αρχηγός ΓΕΣ.

Μίκης Θεοδωράκης

Εκλαιγε όλη η πόλη για τον Μεταξά

«...Οταν έπεφτε μια πόλη, “έπεφτε” όλη η Ελλάδα: έβγαινε όλος ο κόσμος έξω, χτυπάγανε οι καμπάνες κι ο κόσμος τραγουδούσε, χόρευε, φίλαγε ο ένας τον άλλο... Κι αυτό γινότανε κάθε βδομάδα, διότι κάθε βδομάδα έπεφτε η μία αλβανική πόλη μετά την άλλη. Τέτοια έξαρση πατριωτισμού δεν νομίζω να την ξανάζησαν οι Ελληνες...

...Ο θάνατος του Μεταξά ήταν ένα μεγάλο σοκ. Ο Μεταξάς ήταν πολύ τυχερός διότι συνέδεσε το όνομά του με το “Οχι”, συνέδεσε το όνομά του με τη νίκη και πέθανε σε μια κορύφωση νίκης. Στην Τρίπολη, πρέπει να σου πω ότι έγιναν μνημόσυνα σε διάφορες εκκλησίες. Κι εμείς πήγαμε σε μια εκκλησία, όχι στη μητρόπολη, σε μια άλλη, πιο μικρή. Την ώρα λοιπόν του μνημοσύνου, ο κόσμος έκλαιγε τόσο γοερά, ώστε από τη μία εκκλησία στην άλλη άκουγες τα κλάματα. Εκλαιγε όλη η πόλη για τον Μεταξά. Τόσο τυχερός ήταν δηλαδή, έτυχε η κατάλληλη στιγμή να πει το “Οχι” και μετά να πεθάνει... Και πίσω από το “Οχι” αυτό, δείχνει ότι ήταν ίσως ο μοναδικός πολιτικός στην Ευρώπη που δεν πίστευε στη νίκη του Χίτλερ. Πίστευε δηλαδή ότι θα νικήσουν οι Εγγλέζοι, κάτι που εκείνη τη στιγμή έμοιαζε παράλογο. Και, βεβαίως, ταίριαζε πολύ και με τη νοοτροπία του θρόνου, που ήταν αγγλόφιλος...».

Γρηγόρης Φαράκος*

Στην κηδεία του Μεταξά εγώ παρευρέθηκα

«...Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου το περίμενα γιατί θα είχα το πρώτο μου μάθημα στο πρώτο έτος του Πολυτεχνείου... Εκείνο που αισθάνομαι μέχρι τώρα –και πιστεύω το αισθάνεται και ο περισσότερος κόσμος από τότε– ήταν ότι η ζωή, γενικά η ζωή και της χώρας και του κάθε ατόμου, χωρίστηκε στα δύο. Στο πριν και το μετά. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου καθόρισε και την εξέλιξη όλης της χώρας στα κατοπινά.

...Η στάση της Σοβιετικής Ενωσης στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ήταν διφορούμενη. Επιπλέον, το σοβιετογερμανικό Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπερντοφ δημιούργησε προβλήματα σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης που είχαν ταχθεί κατά του Αξονα...

...Είναι γνωστό ότι κατοπινά έχει γίνει μια κριτική στο γράμμα του Ζαχαριάδη από τη φυλακή, ότι ήταν υπερπατριωτικό, ότι είχε και άλλες άστοχες εκφράσεις. Αν το προσέξεις δεν έχει ούτε άστοχες εκφράσεις ούτε τίποτα. Μακάρι τη γραμμή αυτή (την ακολούθησε βέβαια το ΚΚΕ στα χρόνια της Κατοχής), μακάρι να την ακολουθούσε ακόμα πιο σταθερά και μόνιμα. Οποια άλλη γνώμη κι αν έχει και ό,τι κι αν σκέφτεται κανείς για τον Ζαχαριάδη, οφείλει να του αναγνωρίσει αυτή τη μεγάλη υποθήκη που άφησε εκείνη τη στιγμή προς τον ελληνικό λαό και προς το κόμμα του...

...Ο,τι και να πεις για τον Μεταξά, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου εξέφρασε το λαϊκό αίσθημα. Και βεβαίως, επειδή και το ΚΚΕ αυτή είχε ως μοναδική κατεύθυνση, με αυτή την έννοια ταυτίζονται... Βεβαίως, αρνιέμαι τους διθυράμβους που συνήθως ακούγονται υπέρ του Μεταξά που είπε το “Οχι”, αλλά και από την άλλη μεριά, δεν μπορώ να δεχθώ αυτή τη συνεχή κριτική των αριστερών, οι οποίοι δεν είπαν ΠΟΤΕ ότι εν πάση περιπτώσει ο Μεταξάς εκείνο το πρωί είπε αυτό που αισθανόταν όλος ο ελληνικός λαός. Και θα πω και κάτι ακόμα: Στην κηδεία του Μεταξά εγώ παρευρέθηκα. Ημουν από εκείνους που με τίποτα δεν τον ήθελα, αλλά παρευρέθηκα. Και παρευρέθηκε πολύς τέτοιος κόσμος...».

* Ο κ. Γρηγόρης Φαράκος είναι τέως γ.γ. του ΚΚΕ.

Δρ Φραντσέσκο Ανγκελόνε*

Λάθος πληροφορίες για τον ελληνικό στρατό

«...Η αποτυχία οφείλεται και σε λάθος εκτιμήσεις εκ μέρους της ιταλικής κυβέρνησης. Οι εκτιμήσεις αυτές ήταν βασισμένες σε λανθασμένες πληροφορίες των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών από την Αθήνα και, συγκεκριμένα, σε μια αναφορά η οποία περιέγραφε μια καθόλου ρεαλιστική κατάσταση... Οι ιταλικές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες χαρακτήριζαν τον ελληνικό στρατό ημιδιαλυμένο και κακώς εξοπλισμένο.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα όσα πίστευαν διάφοροι αξιωματούχοι του Ιταλικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, οδήγησαν στο εσφαλμένο συμπέρασμα πως ο πόλεμος εναντίον της Ελλάδος θα τελείωνε εύκολα και γρήγορα. Προφανώς δεν έγινε έτσι. Δεν έγινε έτσι γιατί ο ελληνικός στρατός μόνο κακώς εξοπλισμένος δεν ήταν... Επιπλέον δεν χρησιμοποιήθηκε ικανός αριθμός μεραρχιών, όπως σημείωσαν άλλωστε και ορισμένοι στρατηγοί του ιταλικού Γενικού Επιτελείου.

Ενα σύνολο 19 - 20 μεραρχιών θεωρούνταν δυνάμεις ικανές να επιτεθούν και να καταλάβουν με επιτυχία την Ελλάδα. Τελικά χρησιμοποιήθηκαν πολύ λιγότερες μεραρχίες. Δεν κινητοποιήθηκαν οι ειδικές μονάδες για επιχειρήσεις σε ορεινές περιοχές και όλα αυτά οδήγησαν στην αποτυχία της επίθεσης...».

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 1940: ΠΟΙΟΣ ΕΙΠΕ ΤΟ «ΟΧΙ»

Καθημερίνη 28-10-2008

Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη

Μερικά ερωτήματα σχετικά με τον πόλεμο του 1940, 68 χρόνια μετά την 28η Οκτωβρίου, παραμένουν όχι ακριβώς αναπάντητα, αλλά μετέωρα μεταξύ ιστορικής αλήθειας και μύθου. Και εκεί ακόμα που υπάρχουν ικανοποιητικές ιστορικές μελέτες λειτουργεί ταυτόχρονα ο ιδιάζων τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται τα γεγονότα στη συλλογική συνείδηση ενός λαού. Είναι αυτό που ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Χάγκεν Φλάισερ, στο τελευταίο του βιβλίο, ονομάζει «δημόσια ιστορία» για να τη διαφοροποιήσει από την επιστήμη της Ιστορίας. Η «δημόσια ιστορία» δεν γράφεται από ιστορικούς με επιστημονικά κριτήρια και έπειτα από έρευνα. Γράφεται από πολιτικούς με κριτήριο πολιτικές επιδιώξεις, από δημοσιογράφους (ενίοτε με την προχειρότητα που χαρακτηρίζει το επάγγελμά μας), από σκηνοθέτες του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, από λαϊκούς αφηγητές και παραμυθάδες και από πολλούς άλλους, ίσως καλοπροαίρετους ανθρώπους, που όμως δεν είναι ιστορικοί. Θα αναφερθούμε σε μερικά μόνο ερωτήματα που εξακολουθούν να είναι μετέωρα σε αυτήν τη «δημόσια ιστορία».

Ποιος είπε το ΟΧΙ; Το είπε ο Μεταξάς τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου, χωρίς να συνεννοηθεί προηγουμένως με κανέναν, ούτε με τον βασιλιά (που ήταν η κύρια πηγή της πολιτικής του δύναμης) ούτε με τους υπουργούς του. Αυτό σημαίνει ότι το ΟΧΙ το είχε επεξεργασθεί και το είχε αποφασίσει από πριν, ίσως από χρόνια. Και δεν ήταν το ΟΧΙ προς την Ιταλία μόνο. Ο «γερμανόφιλος» Μεταξάς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε αυταπάτες, γνώριζε ότι το ΟΧΙ απευθύνεται στον Αξονα Γερμανίας - Ιταλίας. Το ΟΧΙ το είπε ο Μεταξάς και πίσω του ομόθυμα, παραμερίζοντας τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, συντάχθηκε ολόκληρος ο λαός. Είναι η ορθότερη και λογικότερη σχέση μεταξύ ηγεσίας και λαού. Να αποφασίζει η ηγεσία, να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και να κρίνεται από το αν θα ακολουθήσει ο λαός. Οι σημερινές ηγεσίες δεν τολμούν να αποφασίσουν τίποτα διαφορετικό ή αντίθετο με τις δημοσκοπήσεις...

Το δεύτερο μετέωρο ερώτημα είναι αν ο Μεταξάς άφησε τη χώρα πολιτικά (και άρα στο φρόνημα) και υλικά απαράσκευη για να αντιμετωπίσει την επίθεση: Η χώρα πολιτικά ήταν, πράγματι, βαθύτατα διχασμένη, αλλά ξεπέρασε αστραπιαία τον διχασμό της (και ουσιαστικά τον αναίρεσε) με το ΟΧΙ του Μεταξά. Κατά τη γνώμη μου, είναι μεγάλη η πολιτική σημασία του πρώτου γράμματος του Νίκου Ζαχαριάδη, ηγέτη τότε του ΚΚΕ, που παρά τους διωγμούς που δέχθηκε ο ίδιος και το κόμμα του τάχθηκε ανεπιφύλακτα πίσω από το ΟΧΙ του Μεταξά.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, αν άφησε τη χώρα υλικά απαράσκευη, η απάντηση δόθηκε στο πεδίο της μάχης, τουλάχιστον ώς τις αρχές της άνοιξης του 1941. Είναι βέβαια γνωστό το σύνθημα και η πεποίθηση ότι η Ελλάδα αντιμετώπισε κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις τις οποίες κατανίκησε με την ευψυχία λαού και στρατού.

Αυτό είναι εν μέρει ορθό. Η ευψυχία δεν αμφισβητείται από κανέναν. Οχι γιατί οι Ιταλοί ήταν... «δειλοί μακαρονάδες». Αλλά γιατί αυτοί δεν είχαν ζωτικό λόγο να πολεμήσουν, ενώ εμείς είχαμε.

Οι δυνάμεις της Ελλάδας ήταν υποδεέστερες σε σύγκριση με το σύνολο των δυνάμεων που μπορούσε να κινητοποιήσει η Ιταλία. Σε σύγκριση με τις δυνάμεις που κατόρθωσε να παρατάξει στο μέτωπο της Ηπείρου και της Αλβανίας, από όσα έχω διαβάσει, τείνω να σχηματίσω την πεποίθηση ότι ο ελληνικός στρατός, ώς τον Μάρτιο του 1941, είχε σαφή υπεροπλία. Ισως ήταν θέμα ανεπαρκούς οργάνωσης ή λανθασμένου υπολογισμού από την πλευρά του ιταλικού επιτελείου.

Στις συνθήκες ενός ορεινού πολέμου ο ελληνικός στρατός ήταν καλύτερα οργανωμένος και καλύτερα εξοπλισμένος, με ατομικά όπλα, μυδραλιοβόλα και ορεινό πυροβολικό κατά πολύ υπέρτερα των Ιταλών. Και το σημαντικότερο, στα κρίσιμα σημεία των συγκρούσεων τα ελληνικά επιτελεία κατόρθωναν να συγκεντρώνουν υπέρτερες δυνάμεις...

ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ Ο ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΟ 1940

Καθημερινή 28 Οκτωβρίου 2008

Του Φανη Κοιλανιτη*

Αν θέλουμε πραγματικά να φωτίσουμε πληρέστερα το ιστορικό παρελθόν και να δούμε τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο από μιαν άλλη οπτική γωνία, από αυτή του «αντιπάλου» και μάλιστα των απλών Ιταλών στρατιωτών και των κατώτερων αξιωματικών, τίποτα δεν είναι πιο διαφωτιστικό από τις λογοκριμένες κυρίως επιστολές και τα ημερολόγιά τους. Τα γράμματα που στάλθηκαν από το αλβανικό μέτωπο αποτελούν μιαν ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για τα συγκεχυμένα συναισθήματά τους, τις τάσεις τους και τις απόψεις τους, γιατί είναι γνήσια και χωρίς υπαινιγμούς και μέσα απ' αυτά οι στρατιώτες εκφράζουν τις ελπίδες τους, τις ψευδαισθήσεις τους, το θυμό τους και την πικρία τους.

Γράφτηκαν από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και χαρακτηρίζονται από ελευθερία στην έκφραση και ειλικρίνεια σε αντίθεση με τα απομνημονεύματα της ανώτερης και ανώτατης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Δίνουν απαντήσεις σε ερωτήματα όπως για παράδειγμα αν ο Ιταλός στρατιώτης είχε πειστεί γι' αυτόν τον πόλεμο, κατά πόσον η προπαγάνδα είχε διεισδύσει στην επιχειρηματολογία του, κατά πόσον πίστευε ότι θα είναι ένας νικηφόρος πόλεμος, τι τον απασχολούσε, ποιους θεωρούσε συμμάχους και ποιους εχθρούς, πώς έκρινε την ανώτερη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Ξεκίνησαν αισιόδοξοι

Οι Ιταλοί στρατιώτες ξεκίνησαν για το ελληνικό μέτωπο αισιόδοξοι και πεπεισμένοι για μια εύκολη νίκη. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 πίστευαν ακράδαντα στην στρατιωτική υπεροχή της Ιταλίας και στα ιδεολογικά οράματά τους. Ο κατευθυνόμενος Τύπος, το ραδιόφωνο και ένα πλήθος οργανώσεων και συλλόγων είχαν πείσει τον ιταλικό λαό ότι ο Μουσολίνι είναι ο μεγάλος πολιτικός άνδρας, που θα δημιουργήσει μιαν ισχυρή Ιταλία και ότι είναι αυτός που θα φέρει την εσωτερική ειρήνη και την κοινωνική ισορροπία. Υπήρχε εξάλλου η Γερμανία, ο ισχυρός σύμμαχός τους, και όλα θα επιτυγχάνονταν χωρίς κόστος και θυσίες, αφού κανένας Ιταλός δεν πίστευε εκείνη την περίοδο ότι θα μπορούσε μια μέρα να βρεθεί από την πλευρά των ηττημένων.

Μέσα σ' αυτές τις ψευδαισθήσεις ζούσε η πλειοψηφία όχι μόνο της αστικής τάξης αλλά και των φτωχών ανθρώπων που πίστεψαν ότι θα καρπώνονταν και αυτοί τα αγαθά μιας ισχυρής Ιταλίας. Παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε να πούμε ότι η πλειοψηφία του ιταλικού λαού τάχθηκε φανατικά με τον ίδιο το φασισμό και ασπάστηκε τις επιλογές του. Ο ιταλικός λαός έδωσε απλώς τη συναίνεσή του και υποστήριξε τις επιλογές τους κράτους, της κυβέρνησης, του βασιλιά, που για τους περισσότερους αντιπροσώπευαν την ίδια την πατρίδα, η οποία στο τέλος ταυτίστηκε με το φασισμό.

Οταν άρχισε ο πόλεμος, στα γράμματα των στρατιωτών συναντά κανείς το υψηλό φρόνημα του Ιταλού στρατιώτη, αγνά πατριωτικά αισθήματα, εμπιστοσύνη στον Ντούτσε και στον ιταλικό στρατό και την πεποίθηση ότι ο πόλεμος θα είναι σύντομος και εύκολος. Με την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, όμως, και όσο οι νίκες γίνονταν όλο και πιο δύσκολες και οι ήττες και οι οπισθοχωρήσεις όλο και πιο συχνές, η αρχική αισιοδοξία θα αντικατασταθεί από απαισιοδοξία και φόβο και αγωνία. Μόνο όταν θα έρθουν σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα και βρεθούν από τη μεριά των ηττημένων, των τραυματισμένων και των αιχμαλώτων, οι Ιταλοί στρατιώτες θα αρχίσουν να αμφιβάλουν και να διερωτώνται τους λόγους για τους οποίους βρίσκονται μακριά από την πατρίδα τους, να πολεμούν σε ξένο έδαφος ένα λαό που δεν μισούν, ανθρώπους που υπερασπίζονται τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους και που στο παρελθόν -θα σκεφτούν οι πιο μορφωμένοι- προσέφερε στον κόσμο έναν αξιόλογο πολιτισμό.

Οι Ιταλοί θα αιφνιδιαστούν από τη σκληρή ελληνική αντίσταση και θα ακολουθήσει πανικός και σύγχυση. Πίστευαν, όπως άλλωστε διέδιδε και η προπαγάνδα, ότι οι Ελληνες δεν είχαν καμιά διάθεση να πολεμήσουν, ότι δεν είχαν στρατό και ότι τους έλειπε η οργάνωση. Οι επιστολές, που λογοκρίνονται μετά την πρώτη εβδομάδα της κήρυξης του πολέμου, αυξήθηκαν κατά πολύ και όλο και περισσότεροι στρατιώτες εξέφραζαν παράπονα και διαμαρτυρίες. Η κριτική διάθεση θα αρχίσει να γίνεται εχθρική απέναντι στους υπεύθυνους αυτής της εκστρατείας. Εκτός από την εθνική ντροπή για την ήττα οι στρατιώτες θα υποφέρουν σ' αυτό τον πόλεμο από την έλλειψη κατάλληλου ρουχισμού και εξάρτησης για ορεινές επιχειρήσεις.

Ο βαρύς χειμώνας, το χιόνι, το κρύο και η λάσπη θα καταλάβουν ένα μεγάλο μέρος των ημερολογίων τους και των επιστολών τους. Πολλές αναφορές γίνονται επίσης σε ένα πρόβλημα που βασάνιζε και τυραννούσε τους φαντάρους μέρα νύχτα και δεν ήταν άλλο από τις ψείρες και τους κοριούς, που βασάνιζαν βέβαια και τους Ελληνες στρατιώτες. Η πείνα στο μέτωπο υπήρξε ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα. Ο ανεφοδιασμός γινόταν με καθυστέρηση, το φαγητό δεν επαρκούσε και ήταν άσχημα μαγειρεμένο. Κάποιες φορές δεν δίστασαν να φάνε ακόμη και τα μουλάρια που είχαν επιτάξει για τη μεταφορά του οπλισμού! Σε πολλές, δε, επιστολές ζητούν από τους δικούς τους στην Ιταλία να τους στείλουν και φαγώσιμα με το ταχυδρομείο! Ζητούν επίσης από το σπίτι τους ραφτικά για να επισκευάσουν τις στολές τους, χαρτί αλληλογραφίας, λάμπες για το φακό, ακόμη και κορδόνια, πράγματα και υλικά που έπρεπε βέβαια να προμηθεύει ο ιταλικός στρατός.

Ο ιταλικός στρατός ξεκίνησε για έναν πόλεμο που θα διαρκούσε το πολύ μια εβδομάδα, η διάρκεια όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων κάνει τους στρατιώτες να νοσταλγούν το σπίτι τους, τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, την καθημερινή ζωή, τον καιρό της ειρήνης. Ανησυχούν για τους δικούς τους στην πατρίδα. Για να μη στενοχωρήσουν οι πολίτες τους στρατιώτες ή οι στρατιώτες τους πολίτες, γράφουν ψέματα ότι όλα βαίνουν καλώς και χωρίς προβλήματα. Η ανέχεια, η πείνα και ο πόλεμος φέρνουν μια κρίση και στις ηθικές αξίες. Ο λογοκριτής καταγράφει τα πάντα και καταγράφει επίσης και την αγωνία του συζύγου ή αρραβωνιαστικού για τη σύζυγο ή ερωμένη που άφησε πίσω. Ανησυχία όμως εκδηλώνεται και για τις δουλειές τους, τα ζώα τους, το επάγγελμά τους και αμφιβάλλουν αν τα πράγματα μετά τον πόλεμο θα είναι όπως τα είχαν αφήσει. Οι κατηγορίες που εκτοξεύονται μέσα από τις επιστολές έχουν στόχο πρώτα απ' όλα τη στρατιωτική ηγεσία. Η διαφθορά στα ανώτερα κλιμάκια, η έλλειψη οργάνωσης, οι αποτυχημένες στρατιωτικές ενέργειες εξαιτίας της έλλειψης οργανωτικών και στρατηγικών ικανοτήτων, η ελλιπής κατάρτιση πολλών αξιωματικών, η αλαζονεία και η έπαρση άλλων, το κυνήγι των μεταλλίων και οι ψευτοηρωισμοί, εξόργισαν τον απλό στρατιώτη.

Αισθάνθηκαν προδομένοι

Η πολιτική ηγεσία δεν θα μείνει στο απυρόβλητο. Η παράλογη απόφαση αυτού του πολέμου, ο χρόνος που επελέγη να γίνει η επίθεση και οι απατηλές υποσχέσεις και ψευδαισθήσεις προκάλεσαν ένα αίσθημα θυμού και αγανάκτησης και ο Ιταλός στρατιώτης αισθάνθηκε προδομένος. Παρ' όλα αυτά, ο μύθος του Μουσολίνι θα σβήσει τελευταίος. Κυρίως ευθύνες θα καταλογιστούν στους συνεργάτες του, ενώ ο Ντούτσε «αν γνώριζε τι συμβαίνει θα άλλαζε τα πράγματα». Αυτή η εχθρότητα απέναντι στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία θα πάρει σιγά σιγά τη μορφή ιδεολογίας και θα εξελιχθεί σε αντιφασισμό και μάλιστα οργανωμένο.

Παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα επιστολών:

Κορυτσά, 22 Οκτωβρίου

«Βρίσκομαι στην Κορυτσά... υπάρχουν νέα, σε μερικές μέρες θα είμαστε στην Ελλάδα… ηθικό ακμαιότατο.»

27 Οκτωβρίου

«Σβήσαμε την τελευταία φωτιά μέσα στη σκοτεινή και βροχερή νύχτα. Αύριο και εδώ θα έχουμε πόλεμο… είμαστε σχεδόν 500 μέτρα από τα σύνορα, μέσα στη σιωπή, μας διακατέχει η συγκίνηση που δοκιμάζει κανείς όταν κάνει μια ιερή τελετή. Αύριο θα μπορούμε να ελπίζουμε στην εύνοια του Αρη… αν και λίγοι δεν φοβόμαστε. Εχουμε τις τσέπες μας γεμάτες χειροβομβίδες που έχουν το πλεονέκτημα να μη ζυγίζουν πολύ… η αυγή μελαγχολική και σιωπηλή. Κανείς δεν κινείται… υπάρχει ακόμη πολλή ομίχλη. Επιτέλους, η πρώτη κανονιά, είναι ακριβώς 7.15 της 28ης Οκτωβρίου 1940… θα είμαστε οι πρώτοι που θα περάσουμε τα σύνορα. Τα πολυβόλα μας άρχισαν να ρίχνουν... η ελληνική συνοριακή φρουρά άνοιξε πυρ για να προστατεύσει τους άντρες της… όταν φτάσαμε πάνω δεν υπήρχε πια κανείς. Μπαίνω στο μικρό σπιτάκι. Το ακουστικό έχει αποσυνδεθεί από το τηλέφωνο. Δίπλα υπάρχει ένα λευκό χαρτί και ένα μολύβι. Εφυγαν βιαστικά. Είμαστε στον πόλεμο μα αυτός δεν είναι ακόμη πόλεμος!». Και συνεχίζει μερικές μέρες αργότερα: «...υπάρχει μια παράξενη ησυχία. Ο λοχαγός χθες είπε ότι θα προτιμούσε να έχει μπροστά του χίλιους εχθρούς παρά αυτή την ησυχία... τα πολυβόλα άρχισαν να ρίχνουν. ..έχουμε τους πρώτους νεκρούς. ..πόση λύπη αλλά και πόση δόξα ταυτόχρονα!».

n «Οι Ελληνες δεν θα πολεμήσουν, δεν θα αντισταθούν, θα μας αφήσουν να περάσουμε. Γιατί άλλωστε θα πρέπει να ριψοκινδυνεύσουν μια αιματοχυσία; Δεν θα κερδίσουν τίποτα, θα τους σαρώσουμε σε ένα λεπτό. Οχι δεν θα κάνουν πόλεμο, δεν τους ενδιαφέρουν οι Αγγλοι και ο πόλεμός τους. Θα μας αφήσουν να περάσουμε χωρίς ιστορίες και τα πάντα θα τελειώσουν εκεί. Το πολύ πολύ καμιά τουφεκιά… δυο εβδομάδες, τρεις εβδομάδες το πολύ και θα έχει τακτοποιηθεί και αυτός ο τομέας. Στη χειρότερη περίπτωση, τα Χριστούγεννα θα είμαστε στο σπίτι. Εχετε ακούσει τι συμβαίνει στα άλλα μέτωπα; Η Γαλλία δεν υπάρχει πια, οι Γερμανοί την έχουν γονατίσει. Στην ανατολική Αφρική διώχνουμε τους Αγγλους από τις αποικίες τους. Είμαστε εδώ τώρα για να διώξουμε τις αγγλικές βάσεις και θα το κάνουμε χωρίς κόστος».

- «Δυνατά, δυνατά φαντάροι γιατί στα Γιάννενα υπάρχουν γυναίκες, ξενοδοχεία, στρατόπεδα και κινηματογράφοι».

28 Δεκεμβρίου ώρα 10.30

«…καμιά φορά ακούω το ράδιο: τις ειδήσεις και τα χαιρετίσματα από τις οικογένειες των στρατιωτών. Χθες αισθανόμουν άσχημα, τόσο που δεν ήθελα να συνεχίσω να ακούω: μια μητέρα έστελνε χαιρετίσματα στο γιο και βέβαια δεν ήξερε ότι αυτός ήταν ο πρώτος στρατιωτικός, συνάδελφός μου που έπεσε σε ελληνικό έδαφος».

- «…Πίστευα ότι θα χάσω τη ζωή μου όπως την έχασαν πολλοί από τους συναδέλφους μου, και ίσως μάθεις πόσο έχει μειωθεί η μεραρχία μας «Julia». Σκέψου ότι στη μονάδα μου ήμασταν 300 και μείναμε ζωντανοί 80. Από τα 130 μουλάρια έμειναν 15. Σκέψου αν μπορεί κάποιος να ελπίζει ότι θα ζήσει…»

- «Ανακατεμένοι με τους φαντάρους, οι οδηγοί πάνω στ' άλογο, οπισθοχωρούσαν διασχίζοντας τραχιές βουνοπλαγιές, ανίκανοι οι λεβέντες μας τούτοι να αντιληφθούν ένα τόσο ξαφνικό και αναπάντεχο ελιγμό προς τα πίσω, ούτε που ήταν σε θέση να δώσουν μιαν εξήγηση. Αλλος ένας φαντάρος κείτεται στο δρόμο, τα χέρια του είναι ακίνητα, ένα βλήμα του έχει τρυπήσει την κοιλιά προς τα δεξιά, το πηγμένο αίμα του σχηματίζει μια μαύρη και βρώμικη κηλίδα πάνω στο χιόνι. Τον έθαψαν το ίδιο βράδυ στους πρόποδες κάποιου βουνού κοντά στο ποτάμι».

23 Φεβρουαρίου 1941

«...αν έχω την τύχη να επιστρέψω στο σπίτι θα σας διηγηθώ για τον περίφημο ιταλικό στρατό… δεν έχω δει πιο ελεεινό πράγμα. Ας ελπίσουμε ότι θα πάρουν μια απόφαση, διαφορετικά θα τα παρατήσουμε όλα και θα πάμε με τους Ελληνες».

Στρατιώτης προς οικογενειακό πρόσωπο: «…εδώ και μήνες δεν έχουμε τίποτα. Τα ρούχα είναι κουρελιασμένα, όλα τα παπούτσια μας είναι τρύπια. Μένουμε κάτω από τη σκηνή εκτεθειμένοι στη βροχή και στον αέρα… παραπονούμαστε γιατί οι στολές μας είναι για κλάματα και λιώνουν όταν πέσει πάνω τους νερό σαν να ήταν από χαρτί».

Υπολοχαγός Antonio Cantore: «…στο σχολείο είχα ακούσει ότι είναι ωραίο να πεθαίνει κανείς με μια σφαίρα στην καρδιά σ' ένα ηλιόλουστο περιβάλλον. Κανείς δεν θα μπορούσε όμως να φανταστεί τον εαυτό του ανάσκελα μέσα στη λάσπη ή με το πρόσωπο χωμένο μέσα στο βόρβορο. Είμαστε και βρώμικοι, κανείς δεν σκέφτεται να πλυθεί, τα γένια μεγαλώνουν, γλιτσιάζουνε, οι στολές κοκαλιάζουν απ' την ακαθαρσία».

23 Ιανουαρίου του 1941, κάποιος στρατιώτης: «…βρέχει και κάνει άσχημο καιρό εδώ και μια εβδομάδα. Εγώ είμαι εδώ για να πολεμήσω εναντίον των Ελλήνων και ίσως σύντομα να νικήσουμε, χάνω όμως έναν άλλο πόλεμο, εκείνον που άρχισα με τις ψείρες, αυτόν δεν θα τον κερδίσω σίγουρα γιατί όσες περισσότερες σκοτώνω άλλες τόσες γίνονται και χωρίς να ντρέπομαι σου λέω ότι έχω πάνω μου πάνω από χίλιες... τα γράμματά σας έχουν λογοκριθεί».

Από την επίσκεψη Μουσολίνι στο μέτωπο, Μάρτιος 1941: «Τρέχω γρήγορα μα ο Ντούτσε έχει ήδη περικυκλωθεί απ' όλους τους δικούς μας φαντάρους. Ζητάει την καραβάνα από ένα φαντάρο που μόλις είχε πάρει το συσσίτιο και σχεδόν με τελετουργικό τρόπο τρώει λίγο από εκείνο το «νερόπλυμα» ανάμεσα σε κραυγές ενθουσιασμού όλων όσοι παρευρίσκονταν, δεν κάνει κανένα σχόλιο αλλά από την αντίδραση του προσώπου του δεν μας φαίνεται και πολύ ικανοποιημένος. Ξαναδίνει την καραβάνα στον στρατιώτη μας, χαιρετάει με ρωμαϊκό χαιρετισμό και ανεβαίνει στο αυτοκίνητο…».

Κάποια κυρία της αριστοκρατίας της Ρώμης γράφει προς τον σύζυγο ταγματάρχη στη ζώνη των επιχειρήσεων: «Είμαι διατεθειμένη να κάνω τα πάντα για να πετύχω τη μετάθεσή σου εδώ. Σήμερα το πρωί πήγα στο Υπουργείο και ο στρατηγός που ξέρεις με δέχθηκε εγκάρδια. Μου είπε να μείνεις ήσυχος, θα τα καταφέρει οπωσδήποτε, αν όχι στη Ρώμη θα είναι σίγουρα σε ένα πολύ κοντινό μέρος. Ταυτόχρονα μου ζήτησε να συναντηθούμε το βράδυ. Οπως βλέπεις, ο σάτυρος γέρος δεν χάνει χρόνο. Επειδή όμως σ' αγαπάω πολύ είμαι διατεθειμένη να θυσιαστώ».

* Ο κ. Φάνης Κοιλανίτης είναι ιστορικός.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 1940: ΠΟΙΟΣ ΕΙΠΕ ΤΟ «ΟΧΙ»

Καθημερίνη 28-10-2008

Tου Aντωνη Kαρκαγιαννη

Μερικά ερωτήματα σχετικά με τον πόλεμο του 1940, 68 χρόνια μετά την 28η Οκτωβρίου, παραμένουν όχι ακριβώς αναπάντητα, αλλά μετέωρα μεταξύ ιστορικής αλήθειας και μύθου. Και εκεί ακόμα που υπάρχουν ικανοποιητικές ιστορικές μελέτες λειτουργεί ταυτόχρονα ο ιδιάζων τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται τα γεγονότα στη συλλογική συνείδηση ενός λαού. Είναι αυτό που ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Χάγκεν Φλάισερ, στο τελευταίο του βιβλίο, ονομάζει «δημόσια ιστορία» για να τη διαφοροποιήσει από την επιστήμη της Ιστορίας. Η «δημόσια ιστορία» δεν γράφεται από ιστορικούς με επιστημονικά κριτήρια και έπειτα από έρευνα. Γράφεται από πολιτικούς με κριτήριο πολιτικές επιδιώξεις, από δημοσιογράφους (ενίοτε με την προχειρότητα που χαρακτηρίζει το επάγγελμά μας), από σκηνοθέτες του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, από λαϊκούς αφηγητές και παραμυθάδες και από πολλούς άλλους, ίσως καλοπροαίρετους ανθρώπους, που όμως δεν είναι ιστορικοί. Θα αναφερθούμε σε μερικά μόνο ερωτήματα που εξακολουθούν να είναι μετέωρα σε αυτήν τη «δημόσια ιστορία».

Ποιος είπε το ΟΧΙ; Το είπε ο Μεταξάς τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου, χωρίς να συνεννοηθεί προηγουμένως με κανέναν, ούτε με τον βασιλιά (που ήταν η κύρια πηγή της πολιτικής του δύναμης) ούτε με τους υπουργούς του. Αυτό σημαίνει ότι το ΟΧΙ το είχε επεξεργασθεί και το είχε αποφασίσει από πριν, ίσως από χρόνια. Και δεν ήταν το ΟΧΙ προς την Ιταλία μόνο. Ο «γερμανόφιλος» Μεταξάς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχε αυταπάτες, γνώριζε ότι το ΟΧΙ απευθύνεται στον Αξονα Γερμανίας - Ιταλίας. Το ΟΧΙ το είπε ο Μεταξάς και πίσω του ομόθυμα, παραμερίζοντας τις πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, συντάχθηκε ολόκληρος ο λαός. Είναι η ορθότερη και λογικότερη σχέση μεταξύ ηγεσίας και λαού. Να αποφασίζει η ηγεσία, να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και να κρίνεται από το αν θα ακολουθήσει ο λαός. Οι σημερινές ηγεσίες δεν τολμούν να αποφασίσουν τίποτα διαφορετικό ή αντίθετο με τις δημοσκοπήσεις...

Το δεύτερο μετέωρο ερώτημα είναι αν ο Μεταξάς άφησε τη χώρα πολιτικά (και άρα στο φρόνημα) και υλικά απαράσκευη για να αντιμετωπίσει την επίθεση: Η χώρα πολιτικά ήταν, πράγματι, βαθύτατα διχασμένη, αλλά ξεπέρασε αστραπιαία τον διχασμό της (και ουσιαστικά τον αναίρεσε) με το ΟΧΙ του Μεταξά. Κατά τη γνώμη μου, είναι μεγάλη η πολιτική σημασία του πρώτου γράμματος του Νίκου Ζαχαριάδη, ηγέτη τότε του ΚΚΕ, που παρά τους διωγμούς που δέχθηκε ο ίδιος και το κόμμα του τάχθηκε ανεπιφύλακτα πίσω από το ΟΧΙ του Μεταξά.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, αν άφησε τη χώρα υλικά απαράσκευη, η απάντηση δόθηκε στο πεδίο της μάχης, τουλάχιστον ώς τις αρχές της άνοιξης του 1941. Είναι βέβαια γνωστό το σύνθημα και η πεποίθηση ότι η Ελλάδα αντιμετώπισε κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις τις οποίες κατανίκησε με την ευψυχία λαού και στρατού.

Αυτό είναι εν μέρει ορθό. Η ευψυχία δεν αμφισβητείται από κανέναν. Οχι γιατί οι Ιταλοί ήταν... «δειλοί μακαρονάδες». Αλλά γιατί αυτοί δεν είχαν ζωτικό λόγο να πολεμήσουν, ενώ εμείς είχαμε.

Οι δυνάμεις της Ελλάδας ήταν υποδεέστερες σε σύγκριση με το σύνολο των δυνάμεων που μπορούσε να κινητοποιήσει η Ιταλία. Σε σύγκριση με τις δυνάμεις που κατόρθωσε να παρατάξει στο μέτωπο της Ηπείρου και της Αλβανίας, από όσα έχω διαβάσει, τείνω να σχηματίσω την πεποίθηση ότι ο ελληνικός στρατός, ώς τον Μάρτιο του 1941, είχε σαφή υπεροπλία. Ισως ήταν θέμα ανεπαρκούς οργάνωσης ή λανθασμένου υπολογισμού από την πλευρά του ιταλικού επιτελείου.

Στις συνθήκες ενός ορεινού πολέμου ο ελληνικός στρατός ήταν καλύτερα οργανωμένος και καλύτερα εξοπλισμένος, με ατομικά όπλα, μυδραλιοβόλα και ορεινό πυροβολικό κατά πολύ υπέρτερα των Ιταλών. Και το σημαντικότερο, στα κρίσιμα σημεία των συγκρούσεων τα ελληνικά επιτελεία κατόρθωναν να συγκεντρώνουν υπέρτερες δυνάμεις...