Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πια, ότι σε όλο το δυτικό κόσμο η μεγάλη μάζα των διανοουμένων είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το κεφάλαιο ή από την εξουσία. Οι μηχανισμοί είναι γνωστότατοι. Η εύνοια, η συμμετοχή σε " ερευνητικά προγράμματα " που συνδέονται με την παραγωγή, η παροχή υπηρεσιών με την τυπική ιδιότητα του συμβούλου, του τεχνοκράτη, του εμπειρογνώμονα ή ακόμα και του «γκουρού», κατέστησαν την διανόηση «επάγγελμα»...».

Κ
. Τσουκαλάς

« It is now an undeniable fact that throughout the western world the intellectuals are strongly dependent on the capital and the «power». The mechanisms are well known. These are the favouritism, the participation in «research projects» associated with the production, the status of consultant, the technocrat, the expert, or even the «gurus».All these have made the intellectuals a professional cast of people in the service of political, economical and social elites.

C. Tsoukalas




Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ Ο ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΟ 1940

Καθημερινή 28 Οκτωβρίου 2008

Του Φανη Κοιλανιτη*

Αν θέλουμε πραγματικά να φωτίσουμε πληρέστερα το ιστορικό παρελθόν και να δούμε τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο από μιαν άλλη οπτική γωνία, από αυτή του «αντιπάλου» και μάλιστα των απλών Ιταλών στρατιωτών και των κατώτερων αξιωματικών, τίποτα δεν είναι πιο διαφωτιστικό από τις λογοκριμένες κυρίως επιστολές και τα ημερολόγιά τους. Τα γράμματα που στάλθηκαν από το αλβανικό μέτωπο αποτελούν μιαν ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για τα συγκεχυμένα συναισθήματά τους, τις τάσεις τους και τις απόψεις τους, γιατί είναι γνήσια και χωρίς υπαινιγμούς και μέσα απ' αυτά οι στρατιώτες εκφράζουν τις ελπίδες τους, τις ψευδαισθήσεις τους, το θυμό τους και την πικρία τους.

Γράφτηκαν από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και χαρακτηρίζονται από ελευθερία στην έκφραση και ειλικρίνεια σε αντίθεση με τα απομνημονεύματα της ανώτερης και ανώτατης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Δίνουν απαντήσεις σε ερωτήματα όπως για παράδειγμα αν ο Ιταλός στρατιώτης είχε πειστεί γι' αυτόν τον πόλεμο, κατά πόσον η προπαγάνδα είχε διεισδύσει στην επιχειρηματολογία του, κατά πόσον πίστευε ότι θα είναι ένας νικηφόρος πόλεμος, τι τον απασχολούσε, ποιους θεωρούσε συμμάχους και ποιους εχθρούς, πώς έκρινε την ανώτερη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Ξεκίνησαν αισιόδοξοι

Οι Ιταλοί στρατιώτες ξεκίνησαν για το ελληνικό μέτωπο αισιόδοξοι και πεπεισμένοι για μια εύκολη νίκη. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 πίστευαν ακράδαντα στην στρατιωτική υπεροχή της Ιταλίας και στα ιδεολογικά οράματά τους. Ο κατευθυνόμενος Τύπος, το ραδιόφωνο και ένα πλήθος οργανώσεων και συλλόγων είχαν πείσει τον ιταλικό λαό ότι ο Μουσολίνι είναι ο μεγάλος πολιτικός άνδρας, που θα δημιουργήσει μιαν ισχυρή Ιταλία και ότι είναι αυτός που θα φέρει την εσωτερική ειρήνη και την κοινωνική ισορροπία. Υπήρχε εξάλλου η Γερμανία, ο ισχυρός σύμμαχός τους, και όλα θα επιτυγχάνονταν χωρίς κόστος και θυσίες, αφού κανένας Ιταλός δεν πίστευε εκείνη την περίοδο ότι θα μπορούσε μια μέρα να βρεθεί από την πλευρά των ηττημένων.

Μέσα σ' αυτές τις ψευδαισθήσεις ζούσε η πλειοψηφία όχι μόνο της αστικής τάξης αλλά και των φτωχών ανθρώπων που πίστεψαν ότι θα καρπώνονταν και αυτοί τα αγαθά μιας ισχυρής Ιταλίας. Παρ' όλα αυτά δεν μπορούμε να πούμε ότι η πλειοψηφία του ιταλικού λαού τάχθηκε φανατικά με τον ίδιο το φασισμό και ασπάστηκε τις επιλογές του. Ο ιταλικός λαός έδωσε απλώς τη συναίνεσή του και υποστήριξε τις επιλογές τους κράτους, της κυβέρνησης, του βασιλιά, που για τους περισσότερους αντιπροσώπευαν την ίδια την πατρίδα, η οποία στο τέλος ταυτίστηκε με το φασισμό.

Οταν άρχισε ο πόλεμος, στα γράμματα των στρατιωτών συναντά κανείς το υψηλό φρόνημα του Ιταλού στρατιώτη, αγνά πατριωτικά αισθήματα, εμπιστοσύνη στον Ντούτσε και στον ιταλικό στρατό και την πεποίθηση ότι ο πόλεμος θα είναι σύντομος και εύκολος. Με την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, όμως, και όσο οι νίκες γίνονταν όλο και πιο δύσκολες και οι ήττες και οι οπισθοχωρήσεις όλο και πιο συχνές, η αρχική αισιοδοξία θα αντικατασταθεί από απαισιοδοξία και φόβο και αγωνία. Μόνο όταν θα έρθουν σε επαφή με την σκληρή πραγματικότητα και βρεθούν από τη μεριά των ηττημένων, των τραυματισμένων και των αιχμαλώτων, οι Ιταλοί στρατιώτες θα αρχίσουν να αμφιβάλουν και να διερωτώνται τους λόγους για τους οποίους βρίσκονται μακριά από την πατρίδα τους, να πολεμούν σε ξένο έδαφος ένα λαό που δεν μισούν, ανθρώπους που υπερασπίζονται τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους και που στο παρελθόν -θα σκεφτούν οι πιο μορφωμένοι- προσέφερε στον κόσμο έναν αξιόλογο πολιτισμό.

Οι Ιταλοί θα αιφνιδιαστούν από τη σκληρή ελληνική αντίσταση και θα ακολουθήσει πανικός και σύγχυση. Πίστευαν, όπως άλλωστε διέδιδε και η προπαγάνδα, ότι οι Ελληνες δεν είχαν καμιά διάθεση να πολεμήσουν, ότι δεν είχαν στρατό και ότι τους έλειπε η οργάνωση. Οι επιστολές, που λογοκρίνονται μετά την πρώτη εβδομάδα της κήρυξης του πολέμου, αυξήθηκαν κατά πολύ και όλο και περισσότεροι στρατιώτες εξέφραζαν παράπονα και διαμαρτυρίες. Η κριτική διάθεση θα αρχίσει να γίνεται εχθρική απέναντι στους υπεύθυνους αυτής της εκστρατείας. Εκτός από την εθνική ντροπή για την ήττα οι στρατιώτες θα υποφέρουν σ' αυτό τον πόλεμο από την έλλειψη κατάλληλου ρουχισμού και εξάρτησης για ορεινές επιχειρήσεις.

Ο βαρύς χειμώνας, το χιόνι, το κρύο και η λάσπη θα καταλάβουν ένα μεγάλο μέρος των ημερολογίων τους και των επιστολών τους. Πολλές αναφορές γίνονται επίσης σε ένα πρόβλημα που βασάνιζε και τυραννούσε τους φαντάρους μέρα νύχτα και δεν ήταν άλλο από τις ψείρες και τους κοριούς, που βασάνιζαν βέβαια και τους Ελληνες στρατιώτες. Η πείνα στο μέτωπο υπήρξε ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα. Ο ανεφοδιασμός γινόταν με καθυστέρηση, το φαγητό δεν επαρκούσε και ήταν άσχημα μαγειρεμένο. Κάποιες φορές δεν δίστασαν να φάνε ακόμη και τα μουλάρια που είχαν επιτάξει για τη μεταφορά του οπλισμού! Σε πολλές, δε, επιστολές ζητούν από τους δικούς τους στην Ιταλία να τους στείλουν και φαγώσιμα με το ταχυδρομείο! Ζητούν επίσης από το σπίτι τους ραφτικά για να επισκευάσουν τις στολές τους, χαρτί αλληλογραφίας, λάμπες για το φακό, ακόμη και κορδόνια, πράγματα και υλικά που έπρεπε βέβαια να προμηθεύει ο ιταλικός στρατός.

Ο ιταλικός στρατός ξεκίνησε για έναν πόλεμο που θα διαρκούσε το πολύ μια εβδομάδα, η διάρκεια όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων κάνει τους στρατιώτες να νοσταλγούν το σπίτι τους, τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, την καθημερινή ζωή, τον καιρό της ειρήνης. Ανησυχούν για τους δικούς τους στην πατρίδα. Για να μη στενοχωρήσουν οι πολίτες τους στρατιώτες ή οι στρατιώτες τους πολίτες, γράφουν ψέματα ότι όλα βαίνουν καλώς και χωρίς προβλήματα. Η ανέχεια, η πείνα και ο πόλεμος φέρνουν μια κρίση και στις ηθικές αξίες. Ο λογοκριτής καταγράφει τα πάντα και καταγράφει επίσης και την αγωνία του συζύγου ή αρραβωνιαστικού για τη σύζυγο ή ερωμένη που άφησε πίσω. Ανησυχία όμως εκδηλώνεται και για τις δουλειές τους, τα ζώα τους, το επάγγελμά τους και αμφιβάλλουν αν τα πράγματα μετά τον πόλεμο θα είναι όπως τα είχαν αφήσει. Οι κατηγορίες που εκτοξεύονται μέσα από τις επιστολές έχουν στόχο πρώτα απ' όλα τη στρατιωτική ηγεσία. Η διαφθορά στα ανώτερα κλιμάκια, η έλλειψη οργάνωσης, οι αποτυχημένες στρατιωτικές ενέργειες εξαιτίας της έλλειψης οργανωτικών και στρατηγικών ικανοτήτων, η ελλιπής κατάρτιση πολλών αξιωματικών, η αλαζονεία και η έπαρση άλλων, το κυνήγι των μεταλλίων και οι ψευτοηρωισμοί, εξόργισαν τον απλό στρατιώτη.

Αισθάνθηκαν προδομένοι

Η πολιτική ηγεσία δεν θα μείνει στο απυρόβλητο. Η παράλογη απόφαση αυτού του πολέμου, ο χρόνος που επελέγη να γίνει η επίθεση και οι απατηλές υποσχέσεις και ψευδαισθήσεις προκάλεσαν ένα αίσθημα θυμού και αγανάκτησης και ο Ιταλός στρατιώτης αισθάνθηκε προδομένος. Παρ' όλα αυτά, ο μύθος του Μουσολίνι θα σβήσει τελευταίος. Κυρίως ευθύνες θα καταλογιστούν στους συνεργάτες του, ενώ ο Ντούτσε «αν γνώριζε τι συμβαίνει θα άλλαζε τα πράγματα». Αυτή η εχθρότητα απέναντι στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία θα πάρει σιγά σιγά τη μορφή ιδεολογίας και θα εξελιχθεί σε αντιφασισμό και μάλιστα οργανωμένο.

Παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα επιστολών:

Κορυτσά, 22 Οκτωβρίου

«Βρίσκομαι στην Κορυτσά... υπάρχουν νέα, σε μερικές μέρες θα είμαστε στην Ελλάδα… ηθικό ακμαιότατο.»

27 Οκτωβρίου

«Σβήσαμε την τελευταία φωτιά μέσα στη σκοτεινή και βροχερή νύχτα. Αύριο και εδώ θα έχουμε πόλεμο… είμαστε σχεδόν 500 μέτρα από τα σύνορα, μέσα στη σιωπή, μας διακατέχει η συγκίνηση που δοκιμάζει κανείς όταν κάνει μια ιερή τελετή. Αύριο θα μπορούμε να ελπίζουμε στην εύνοια του Αρη… αν και λίγοι δεν φοβόμαστε. Εχουμε τις τσέπες μας γεμάτες χειροβομβίδες που έχουν το πλεονέκτημα να μη ζυγίζουν πολύ… η αυγή μελαγχολική και σιωπηλή. Κανείς δεν κινείται… υπάρχει ακόμη πολλή ομίχλη. Επιτέλους, η πρώτη κανονιά, είναι ακριβώς 7.15 της 28ης Οκτωβρίου 1940… θα είμαστε οι πρώτοι που θα περάσουμε τα σύνορα. Τα πολυβόλα μας άρχισαν να ρίχνουν... η ελληνική συνοριακή φρουρά άνοιξε πυρ για να προστατεύσει τους άντρες της… όταν φτάσαμε πάνω δεν υπήρχε πια κανείς. Μπαίνω στο μικρό σπιτάκι. Το ακουστικό έχει αποσυνδεθεί από το τηλέφωνο. Δίπλα υπάρχει ένα λευκό χαρτί και ένα μολύβι. Εφυγαν βιαστικά. Είμαστε στον πόλεμο μα αυτός δεν είναι ακόμη πόλεμος!». Και συνεχίζει μερικές μέρες αργότερα: «...υπάρχει μια παράξενη ησυχία. Ο λοχαγός χθες είπε ότι θα προτιμούσε να έχει μπροστά του χίλιους εχθρούς παρά αυτή την ησυχία... τα πολυβόλα άρχισαν να ρίχνουν. ..έχουμε τους πρώτους νεκρούς. ..πόση λύπη αλλά και πόση δόξα ταυτόχρονα!».

n «Οι Ελληνες δεν θα πολεμήσουν, δεν θα αντισταθούν, θα μας αφήσουν να περάσουμε. Γιατί άλλωστε θα πρέπει να ριψοκινδυνεύσουν μια αιματοχυσία; Δεν θα κερδίσουν τίποτα, θα τους σαρώσουμε σε ένα λεπτό. Οχι δεν θα κάνουν πόλεμο, δεν τους ενδιαφέρουν οι Αγγλοι και ο πόλεμός τους. Θα μας αφήσουν να περάσουμε χωρίς ιστορίες και τα πάντα θα τελειώσουν εκεί. Το πολύ πολύ καμιά τουφεκιά… δυο εβδομάδες, τρεις εβδομάδες το πολύ και θα έχει τακτοποιηθεί και αυτός ο τομέας. Στη χειρότερη περίπτωση, τα Χριστούγεννα θα είμαστε στο σπίτι. Εχετε ακούσει τι συμβαίνει στα άλλα μέτωπα; Η Γαλλία δεν υπάρχει πια, οι Γερμανοί την έχουν γονατίσει. Στην ανατολική Αφρική διώχνουμε τους Αγγλους από τις αποικίες τους. Είμαστε εδώ τώρα για να διώξουμε τις αγγλικές βάσεις και θα το κάνουμε χωρίς κόστος».

- «Δυνατά, δυνατά φαντάροι γιατί στα Γιάννενα υπάρχουν γυναίκες, ξενοδοχεία, στρατόπεδα και κινηματογράφοι».

28 Δεκεμβρίου ώρα 10.30

«…καμιά φορά ακούω το ράδιο: τις ειδήσεις και τα χαιρετίσματα από τις οικογένειες των στρατιωτών. Χθες αισθανόμουν άσχημα, τόσο που δεν ήθελα να συνεχίσω να ακούω: μια μητέρα έστελνε χαιρετίσματα στο γιο και βέβαια δεν ήξερε ότι αυτός ήταν ο πρώτος στρατιωτικός, συνάδελφός μου που έπεσε σε ελληνικό έδαφος».

- «…Πίστευα ότι θα χάσω τη ζωή μου όπως την έχασαν πολλοί από τους συναδέλφους μου, και ίσως μάθεις πόσο έχει μειωθεί η μεραρχία μας «Julia». Σκέψου ότι στη μονάδα μου ήμασταν 300 και μείναμε ζωντανοί 80. Από τα 130 μουλάρια έμειναν 15. Σκέψου αν μπορεί κάποιος να ελπίζει ότι θα ζήσει…»

- «Ανακατεμένοι με τους φαντάρους, οι οδηγοί πάνω στ' άλογο, οπισθοχωρούσαν διασχίζοντας τραχιές βουνοπλαγιές, ανίκανοι οι λεβέντες μας τούτοι να αντιληφθούν ένα τόσο ξαφνικό και αναπάντεχο ελιγμό προς τα πίσω, ούτε που ήταν σε θέση να δώσουν μιαν εξήγηση. Αλλος ένας φαντάρος κείτεται στο δρόμο, τα χέρια του είναι ακίνητα, ένα βλήμα του έχει τρυπήσει την κοιλιά προς τα δεξιά, το πηγμένο αίμα του σχηματίζει μια μαύρη και βρώμικη κηλίδα πάνω στο χιόνι. Τον έθαψαν το ίδιο βράδυ στους πρόποδες κάποιου βουνού κοντά στο ποτάμι».

23 Φεβρουαρίου 1941

«...αν έχω την τύχη να επιστρέψω στο σπίτι θα σας διηγηθώ για τον περίφημο ιταλικό στρατό… δεν έχω δει πιο ελεεινό πράγμα. Ας ελπίσουμε ότι θα πάρουν μια απόφαση, διαφορετικά θα τα παρατήσουμε όλα και θα πάμε με τους Ελληνες».

Στρατιώτης προς οικογενειακό πρόσωπο: «…εδώ και μήνες δεν έχουμε τίποτα. Τα ρούχα είναι κουρελιασμένα, όλα τα παπούτσια μας είναι τρύπια. Μένουμε κάτω από τη σκηνή εκτεθειμένοι στη βροχή και στον αέρα… παραπονούμαστε γιατί οι στολές μας είναι για κλάματα και λιώνουν όταν πέσει πάνω τους νερό σαν να ήταν από χαρτί».

Υπολοχαγός Antonio Cantore: «…στο σχολείο είχα ακούσει ότι είναι ωραίο να πεθαίνει κανείς με μια σφαίρα στην καρδιά σ' ένα ηλιόλουστο περιβάλλον. Κανείς δεν θα μπορούσε όμως να φανταστεί τον εαυτό του ανάσκελα μέσα στη λάσπη ή με το πρόσωπο χωμένο μέσα στο βόρβορο. Είμαστε και βρώμικοι, κανείς δεν σκέφτεται να πλυθεί, τα γένια μεγαλώνουν, γλιτσιάζουνε, οι στολές κοκαλιάζουν απ' την ακαθαρσία».

23 Ιανουαρίου του 1941, κάποιος στρατιώτης: «…βρέχει και κάνει άσχημο καιρό εδώ και μια εβδομάδα. Εγώ είμαι εδώ για να πολεμήσω εναντίον των Ελλήνων και ίσως σύντομα να νικήσουμε, χάνω όμως έναν άλλο πόλεμο, εκείνον που άρχισα με τις ψείρες, αυτόν δεν θα τον κερδίσω σίγουρα γιατί όσες περισσότερες σκοτώνω άλλες τόσες γίνονται και χωρίς να ντρέπομαι σου λέω ότι έχω πάνω μου πάνω από χίλιες... τα γράμματά σας έχουν λογοκριθεί».

Από την επίσκεψη Μουσολίνι στο μέτωπο, Μάρτιος 1941: «Τρέχω γρήγορα μα ο Ντούτσε έχει ήδη περικυκλωθεί απ' όλους τους δικούς μας φαντάρους. Ζητάει την καραβάνα από ένα φαντάρο που μόλις είχε πάρει το συσσίτιο και σχεδόν με τελετουργικό τρόπο τρώει λίγο από εκείνο το «νερόπλυμα» ανάμεσα σε κραυγές ενθουσιασμού όλων όσοι παρευρίσκονταν, δεν κάνει κανένα σχόλιο αλλά από την αντίδραση του προσώπου του δεν μας φαίνεται και πολύ ικανοποιημένος. Ξαναδίνει την καραβάνα στον στρατιώτη μας, χαιρετάει με ρωμαϊκό χαιρετισμό και ανεβαίνει στο αυτοκίνητο…».

Κάποια κυρία της αριστοκρατίας της Ρώμης γράφει προς τον σύζυγο ταγματάρχη στη ζώνη των επιχειρήσεων: «Είμαι διατεθειμένη να κάνω τα πάντα για να πετύχω τη μετάθεσή σου εδώ. Σήμερα το πρωί πήγα στο Υπουργείο και ο στρατηγός που ξέρεις με δέχθηκε εγκάρδια. Μου είπε να μείνεις ήσυχος, θα τα καταφέρει οπωσδήποτε, αν όχι στη Ρώμη θα είναι σίγουρα σε ένα πολύ κοντινό μέρος. Ταυτόχρονα μου ζήτησε να συναντηθούμε το βράδυ. Οπως βλέπεις, ο σάτυρος γέρος δεν χάνει χρόνο. Επειδή όμως σ' αγαπάω πολύ είμαι διατεθειμένη να θυσιαστώ».

* Ο κ. Φάνης Κοιλανίτης είναι ιστορικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου